Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Λανθασμένη η πολιτική κατά της τρομοκρατίας: Γνωρίζουμε ελάχιστα για τους τζιχαντιστές

Τι οδηγεί νεαρούς Ευρωπαίους μουσουλμάνους να ανατινάζονται σε τρένα και αεροδρόμια ή να σκοτώνουν ανθρώπους που ψωνίζουν και ακούνε μουσική; Το ερώτημα αυτό τίθεται από τότε που καμικάζι έσπειραν τον τρόμο στα μέσα μεταφοράς του Λονδίνου, το 2015. Και ήρθε ξανά στην επιφάνεια με τις επιθέσεις στις Βρυξέλλες... 

Belgian security forces during a police operation in Molenbeek, Belgium. The city of Brussels will remain at Belgium's highest level of terrorism alert following a decision made by the Belgian national security council. The decision came as police continued a manhunt for two suspected terrorists wanted in connection with the November 13 Paris terrorist attacks. EPA, OLIVIER HOSLETτου ΚΕΝΑΝ ΜΑΛΙΚ

Οι δράστες των τρομοκρατικών επιθέσεων στην Ευρώπη δεν είναι ξένοι τζιχαντιστές, αλλά Ευρωπαίοι πολίτες, οι περισσότεροι από τους οποίους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε περιοχές όπως το Μόλενμπεεκ. Η ανησυχία δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Και οι αμερικανικές αρχές αρχίζουν να προβληματίζονται για το θέμα. 

Η κλασική άποψη είναι ότι οι τρομοκράτες «ριζοσπαστικοποιούνται» μέσα από μια σειρά σταδίων που ξεκινούν από τη θρησκευτική πίστη και φτάνουν στην τζιχαντιστική βία. Μια έκθεση που συνέταξε το 2007 η αστυνομία της Νέας Υόρκης περιγράφει τέσσερα στάδια που...
οδηγούν ευάλωτους ανθρώπους στην τρομοκρατία: Προ-ριζοσπαστικοποίηση, απόκτηση ταυτότητας, κατήχηση και «τζιχαντοποίηση». Για το πρώτο στάδιο, είναι αρκετό να είσαι μέλος της μουσουλμανικής κοινότητας. Το δεύτερο σημαίνει να δεχθείς τις σαλαφιστικές ιδέες. Η κατήχηση γίνεται από μια τζιχαντιστική οργάνωση. Και η «τζιχαντοποίηση» είναι το τελικό στάδιο. Το σχήμα αυτό αποτέλεσε τον πυρήνα της πολιτικής κατά της τρομοκρατίας. 

Η αστυνομία της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, συγκρότησε ένα δίκτυο μυστικής παρακολούθησης που κατασκόπευε τις μουσουλμανικές κοινότητες, τα τζαμιά και τα καφενεία. Το πρόγραμμα έλαβε τέλος λόγω των αντιδράσεων που προκάλεσε, εξακολουθεί όμως να επηρεάζει το FBI και άλλες υπηρεσίες. Στην Βρετανία, το αντίστοιχο πρόγραμμα περιλαμβάνει παρακολούθηση μαθητών και φοιτητών. Ενδείξεις ριζοσπαστικοποίησης θεωρούνται η ξαφνική αλλαγή στο ντύσιμο ή την προσωπική εμφάνιση, η χρησιμοποίηση υποτιμητικών ονομάτων για άλλες οργανώσεις ή το ανοιχτό ενδιαφέρον για την Παλαιστίνη και τη Συρία. Μεταξύ των 4.000 ανθρώπων που θεωρήθηκε πέρυσι ότι παρουσίαζαν ενδείξεις ριζοσπαστικοποίησης ήταν κι ένα τετράχρονο παιδί? Στην Γαλλία, πάλι, τα μέτρα αντιμετώπισης της τρομοκρατίας περιλαμβάνουν κλείσιμο τζαμιών και θρησκευτικών οργανώσεων. Τα στοιχεία όμως δείχνουν ότι αυτή η προσέγγιση είναι λανθασμένη, αναποτελεσματική, ίσως ακόμη και αντιπαραγωγική. 

Ένα απόρρητο βρετανικό υπόμνημα που διέρρευσε το 2010 απέρριπτε την ιδέα ότι υπάρχει μια γραμμική μετάβαση από την απογοήτευση στη βία. Μια αμερικανική μελέτη του 2010 σημείωνε ότι η ριζοσπαστικοποίηση δεν πρέπει να θεωρείται μια σειρά βημάτων ή σταδίων από τη συμπάθεια στον εξτρεμισμό. Πολλές μελέτες, μάλιστα, δείχνουν ότι οι άνθρωποι δεν οδηγούνται στις τζιχαντιστικές οργανώσεις από θρησκευτική πίστη. «Όταν εντάσσονται στις οργανώσεις, δεν είναι θρήσκοι. Μετά γίνονται» τονίζει ο Μαρκ Σέιτζμαν, πρώην αξιωματούχος της CIA, που τώρα είναι σύμβουλος για θέματα τρομοκρατίας. Υπάρχει λοιπόν ένα χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα του τζιχαντισμού και την επιθυμία των πολιτικών για ένα απλό αφήγημα περί ριζοσπαστικοποίησης. Γιατί η πραγματικότητα είναι πως τα πρώτα βήματα προς τον τρόμο σπανίως γίνονται για πολιτικούς ή θρησκευτικούς λόγους. 

Όπως λέει ο Γάλλος κοινωνιολόγος Ολιβιέ Ρουά, ειδικός για τον ευρωπαϊκό τζιχαντισμό, οι περισσότεροι που στρέφονται στην τρομοκρατία το κάνουν σε αναζήτηση ταυτότητας, νοήματος ή σεβασμού. Καθώς δεν βρίσκουν πειστικές απαντήσεις στην κυρίαρχη κουλτούρα, πολλοί αρχίζουν να ψάχνουν αλλού, στο περιθώριο. Στο παρελθόν, αυτό μπορεί να τους οδηγούσε σε κινήματα που επιδίωκαν την πολιτική αλλαγή – αυτό έκανα εγώ στα νιάτα μου. Σήμερα, τα κινήματα αυτά δεν αποτελούν πλέον πόλο έλξης. Πολλοί λοιπόν αναζητούν νόημα σε μια εξτρεμιστική εκδοχή του ισλάμ. Η ειρωνεία είναι ότι μερικοί από αυτούς είναι τόσο ξένοι προς τις μουσουλμανικές κοινότητες όσο και προς τον δυτικό κόσμο. Οι τζιχαντιστές ανακαλύπτουν την ταυτότητά τους όχι μέσα από τα τζαμιά, αλλά μέσα από το Διαδίκτυο. Καθώς θεωρούν ότι στον κόσμο διεξάγεται μια υπαρξιακή μονομαχία μεταξύ του Ισλάμ και της Δύσης, αισθάνονται πως η απάντηση είναι η πραγματοποίηση τρομοκρατικών πράξεων. 

Η πολιτική κατά της τρομοκρατίας αποτυγχάνει επειδή αναζητεί ενδείξεις ριζοσπαστικοποίησης που στην πραγματικότητα δεν έχουν νόημα και προσπαθεί να διαλύσει μια γραμμική σχέση προς τη ριζοσπαστικοποίηση που δεν υπάρχει. Με τον τρόπο αυτό, δημιουργούνται λιγότερο ελεύθερες κοινωνίες χωρίς να καταπολεμάται πραγματικά ο τζιχαντισμός. Ένα τετράχρονο παιδί μπορεί να θεωρείται υποψήφιος τρομοκράτης, ενώ οι πραγματικοί τρομοκράτες διαφεύγουν. 

(Πηγή: The New York Times) 


Ο Κέναν Μάλικ είναι ινδικής καταγωγής Άγγλος συγγραφέας και καθηγητής. Αρθρογραφεί στον «Γκάρντιαν» (http://www.theguardian.com/profile/kenanmalik). Σπούδασε νευροβιολογία και ιστορία των επιστημών. Στα επιστημονικά συγγράμματά του εστιάζει στη φιλοσοφία της βιολογίας και σε σύγχρονες θεωρίες για θέματα όπως πολυπολιτισμική κοινωνία, πλουραλισμός και φυλή, και τούτο διαφαίνεται στα «The Meaning of Race» – Η Έννοια της Φυλής (1996), «Man, Beast and Zombie» – Άνθρωπος, Κτήνος και Ζόμπι (2000) και «Strange Fruit: Why Both Sides Are Wrong in the Race Debate» – Παράξενο Φρούτο: Γιατί και οι Δύο Πλευρές Έχουν Άδικο στον Δημόσιο Διάλογο για το Φυλετικό Θέμα (2008). Το τελευταίο του βιβλίο, «The Quest for a Moral Compass: A Global History of Ethics» (Η αναζήτηση ενός Ηθικού Διαβήτη: Μια Παγκόσμια Ιστορία της Ηθικής), εκδόθηκε από τον οίκο Atlantic Books τον Μάιο του 2014.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου