Ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη προς τους Έλληνες μετανάστες της Σουηδίας, Νοέμβριος 1979.
"Για
εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα
γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή
καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ' άσπρα σπιτάκια τ' ασβεστωμένα και τα
ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην
ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι πατεράδες μας κι οι
παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα
μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα
μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη
λευτεριά."
«Αγαπητοί φίλοι, περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές
που προβλέπει η "Εβδομάδα Νόμπελ" και ύστερα να 'ρθω σ' επαφή μαζί σας.
Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω ξένιαστος και ξεκούραστος. Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι. Χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για
να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις
και τις τηλεοράσεις. Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το
ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να την βγάλω
ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια.
Για τιμές και για δόξες. Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα),
παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη
συνεχής με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η
πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου...