Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

Η νέα αραβική τάξη

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πλέον την ισχύ ή την θέση να επιβάλλουν μια περιφερειακή τάξη με τους δικούς τους όρους. Κατά πάσα πιθανότητα, η ηγεμονία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή δεν πρόκειται ποτέ να αποκατασταθεί, επειδή η περιοχή έχει αλλάξει θεμελιωδώς...
24072019-1.jpg
Ο MARC LYNCH είναι καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο George Washington, ανώτερος συνεργάτης του Carnegie Endowment for International Peace και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The New Arab Wars: Uprisings and Anarchy in the Middle East.
Το 2011, εκατομμύρια πολίτες σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο κατέβηκαν στους δρόμους [1]. Οι λαϊκές εξεγέρσεις από την Τύνιδα ως το Κάιρο [2] υποσχέθηκαν να ανατρέψουν τις απολυταρχίες και να προωθήσουν δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Για μια στιγμή, φαινόταν σαν να τερματιζόταν η παλιά τάξη της Μέσης Ανατολής και να παίρνει την θέση της μια...
νέα και καλύτερη. Αλλά τα πράγματα διαλύθηκαν γρήγορα. Κάποια κράτη κατέρρευσαν υπό την πίεση και κατήλθαν σε εμφύλιο πόλεμο˙ άλλα βρήκαν τρόπους να προχωρήσουν παραπατώντας και να αποκτήσουν τον έλεγχο των κοινωνιών τους. Επτά χρόνια αργότερα, εκείνες οι πρώιμες ελπίδες για μια θεμελιώδη, θετική μετατόπιση της πολιτικής της Μέσης Ανατολής φαίνεται να ήταν βαθιά λανθασμένες.

24072019-1.jpg
Τα λάφυρα του πολέμου: Περπατώντας δίπλα σε χτυπημένα κτίρια στην Δαμασκό, στην Συρία, τον Μάιο του 2018. OMAR SANADIKI / REUTERS
————————————————————–

Αλλά η αναταραχή δημιούργησε στην πραγματικότητα μια νέα αραβική τάξη -απλώς όχι εκείνη που περίμεναν οι περισσότεροι. Αν και οι αραβικές εξεγέρσεις δεν είχαν ως αποτέλεσμα επιτυχημένες νέες δημοκρατίες, αναμόρφωσαν όντως τις περιφερειακές σχέσεις. Οι παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις -η Αίγυπτος, το Ιράκ και η Συρία- μόλις που είναι τώρα λειτουργικά κράτη. Οι πλούσιες και καταπιεστικές χώρες του Κόλπου -το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα- ευημερούν. Ο πολλαπλασιασμός των αποτυχημένων και αδύναμων κρατών δημιούργησε νέες ευκαιρίες ανταγωνισμού και παρέμβασης, ευνοώντας νέους δρώντες και νέες δυνατότητες. Οι περιφερειακές δυναμικές δεν καθορίζονται πλέον από τις επίσημες συμμαχίες και τις συμβατικές συγκρούσεις μεταξύ μεγάλων κρατών. Αντ’ αυτού, η ισχύς επιχειρεί μέσω του πουλήματος επιρροής και του πολέμου δι’ αντιπροσώπων (proxy warfare).
Σε σχεδόν κάθε αραβικό κράτος σήμερα, η εξωτερική πολιτική καθοδηγείται από ένα ισχυρό μίγμα αντιληπτών απειλών και ευκαιριών. Οι φόβοι της αναζωπύρωσης των εγχώριων εξεγέρσεων, της ιρανικής ισχύος και της εγκατάλειψης από τις ΗΠΑ υπάρχουν παράλληλα με τις φιλοδοξίες εκμετάλλευσης των αποδυναμωμένων κρατών και της διεθνούς αταξίας -μια δυναμική που τραβά τις περιφερειακές δυνάμεις σε καταστροφικές συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων, οι οποίες σπέρνουν το χάος σε ολόκληρη την περιοχή. Οποιοδήποτε όραμα της περιοχής βρίσκει μια λειτουργική ισορροπία ισχύος είναι μια χίμαιρα: Η νέα τάξη είναι θεμελιωδώς μια [τάξη] της αταξίας.
Ο κατάλογος της απελπισίας στη Μέση Ανατολή σήμερα είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Ο εμφύλιος πόλεμος της Συρίας [3] έχει γίνει μια από τις μεγαλύτερες ανθρώπινες καταστροφές στην ιστορία [4], σκοτώνοντας τουλάχιστον μισό εκατομμύριο πολίτες και εκτοπίζοντας περισσότερα από δέκα εκατομμύρια. Το Ιράκ έχει σημειώσει αξιοσημείωτη πρόοδο στην κατανίκηση του Ισλαμικού Κράτους [5] ή ISIS, αλλά αυτή η επιτυχία έχει έρθει με μεγάλο κόστος για όσους ζουν στις απελευθερωμένες περιοχές [6]. Ο εμφύλιος πόλεμος στην Υεμένη [7] είχε ως αποτέλεσμα το μεγαλύτερο ξέσπασμα χολέρας στην ανθρώπινη ιστορία και άφησε 8,4 εκατομμύρια ανθρώπους στο χείλος του λιμού [8]. Η Λιβύη [9] παραμένει ένα καταστροφικά αποτυχημένο κράτος.
Ακόμα και κράτη που απέφυγαν την κατάρρευση, αγωνίζονται. Η Αίγυπτος εξακολουθεί να υποφέρει από τις συνέπειες του στρατιωτικού πραξικοπήματός της το 2013 [10], καθώς η πνιγηρή καταπίεση εμποδίζει την πολιτική πρόοδο, καταστέλλει τον τουρισμό, αναζωογονεί την εξέγερση και προκαλεί την λαϊκή δυσαρέσκεια. Το Μπαχρέιν συνεχίζει να σιγοβράζει μετά από την αιματηρή σεχταριστική καταστολή του 2011, χωρίς να προσφέρονται λύσεις πέρα από την καταπίεση της πολιτικής αντιπολίτευσης. Τα σχετικά επιτυχημένα κράτη, όπως η Ιορδανία, το Μαρόκο και η Τυνησία [11], αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα, δυσαρεστημένη νεολαία, και ασταθείς γείτονες. Σε σχεδόν όλες τις χώρες, τα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που οδήγησαν την περιοχή σε λαϊκή εξέγερση το 2011 είναι πιο έντονα από ό, τι ήταν πριν από επτά χρόνια.
Εν τω μεταξύ, δεν υπάρχει έλλειψη σημείων ανάφλεξης στην περιοχή. Η απόσυρση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν [12] άνοιξε εκ νέου την προοπτική ενός αμερικανικού ή ισραηλινού στρατιωτικού χτυπήματος που να οδηγεί σε πόλεμο. Το μποϊκοτάζ του Κατάρ [13], υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, δίχασε το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (Gulf Cooperation Council, GCC), τον πιο επιτυχημένο αραβικό διεθνή οργανισμό. Στην Συρία, οι ολοένα συχνότερες αεροπορικές επιθέσεις του Ισραήλ, οι διασυνοριακές επιχειρήσεις της Τουρκίας και η εδραιωμένη παρουσία του Ιράν ωθούν τον εμφύλιο πόλεμο σε νέες κατευθύνσεις, ακόμη και όταν η ένοπλη αντιπολίτευση του καθεστώτος Assad εξασθενεί. Ο αδιέξοδος πόλεμος στην Υεμένη αψηφά την ανάσχεση, με πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από τους επαναστάτες Houthi να στοχεύουν στην Σαουδική Αραβία, αεροπορικές επιδρομές από την Σαουδική Αραβία να προκαλούν εκτεταμένους θανάτους πολιτών, και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να δημιουργούν ναυτικές βάσεις στο Κέρας της Αφρικής για να ενισχύσουν τον υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας αποκλεισμό και για να προστατεύσουν τη νέα παρουσία τους στον νότο της χώρας. Εν τω μεταξύ, η επαναλαμβανόμενη βία στην Γάζα [14] και η «σπείρα του θανάτου» της λύσης των δύο κρατών απειλούν να ξαναφέρουν τα παλαιστινιακά εδάφη στο κέντρο της διεθνούς προσοχής.
Εν μέσω όλων αυτών, οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ευθυγραμμίστηκαν με ενθουσιασμό με έναν άξονα ομοϊδεατών κρατών: Την Αίγυπτο, το Ισραήλ [15], την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αλλά αυτή η προσπάθεια να αποκατασταθεί κάτι που μοιάζει με την προ του 2011 τάξη είναι μακράν πιο επισφαλής από ό, τι φαίνεται. Στη Μέση Ανατολή σήμερα, ο πολλαπλασιασμός των αποτυχημένων κρατών, οι ανεπίλυτες κρίσεις διακυβέρνησης, και οι διασταυρούμενες γραμμές ανταγωνισμού υπονομεύουν κάθε άσκηση εξουσίας. Όταν τα κράτη επιχειρούν να ασκήσουν έλεγχο εγχωρίως ή να επηρεάσουν το εξωτερικό, μόνο επιδεινώνουν την δική τους ανασφάλεια. Η απόφαση της διοίκησης του Trump να εντείνει την υποστήριξη προς αυταρχικά καθεστώτα αγνοώντας τις βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές που εμποδίζουν την αποκατάσταση της παλαιάς τάξης δεν θα παράξει σταθερότητα ούτε θα προαγάγει τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Η ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ
Δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στην διασυνοριακή πολιτική στη Μέση Ανατολή, αλλά η δομή και η δυναμική της περιοχής σήμερα είναι αρκετά διαφορετικές από ό, τι σε προηγούμενες περιόδους. Η δεκαετία του ’50 και η δεκαετία του ’60 ορίστηκαν από αυτό που ο ακαδημαϊκός Malcolm Kerr αποκάλεσε περίφημα ως «Αραβικός Ψυχρός Πόλεμος». Υπό τον πρόεδρο Gamal Abdel Nasser, η Αίγυπτος ανταγωνίστηκε με τα υποστηριζόμενα από την Δύση καθεστώτα και τις συντηρητικές δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας σε συγκρούσεις που κυμαίνονταν από την άμεση στρατιωτική παρέμβαση στην Υεμένη μέχρι αγώνες δι’ αντιπροσώπων επί της εσωτερικής πολιτικής στην Ιορδανία, τον Λίβανο και την Συρία. Εν τω μεταξύ, ο παν-αραβισμός -η πίστη σε ένα κοινό αραβικό έθνος- επέβαλλε τους όρους τόσο για την συνεργασία όσο και για τον ανταγωνισμό μεταξύ των ηγετών της περιοχής σε μια πλατφόρμα αντι-αποικιοκρατίας, αραβικής ενότητας, και εχθρότητας έναντι του Ισραήλ.
Οι συμβατικοί απολογισμοί της ιστορίας της Μέσης Ανατολής θεωρούν την δεκαετία του 1970 ως το τέλος αυτών των διασυνοριακών ιδεολογικών πολέμων. Με τον θάνατο του Nasser και την ξαφνική έλευση του μαζικού πετρελαϊκού πλούτου, τα κράτη άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την επιβίωση του καθεστώτος από όσο για τις μεγάλες ιδεολογικές αιτίες. Κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου, οι χώρες ανέπτυξαν ισχυρότερους μηχανισμούς εθνικής ασφάλειας, οι οποίοι εμπόδισαν τις εγχώριες εξεγέρσεις. Και καθώς τα κράτη έγιναν εσωτερικά πιο ασφαλή, υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες για παρεμβάσεις από αντιπροσώπους. (Ο Λίβανος, με την αιώνια ατυχία του, ήταν η εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα και ο εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε από το 1975 έως το 1990, έγινε η πρωταρχική αρένα για συγκρούσεις δι’ αντιπροσώπων). Ακόμα και η ιρανική επανάσταση του 1979, η οποία εισήγαγε μια νέα μορφή διασυνοριακής λαϊκής κινητοποίησης μεταξύ των Ισλαμιστών οι οποίοι εμπνεύστηκαν από την επιτυχή ανατροπή ενός υποστηριζόμενου από τις ΗΠΑ τυράννου, απέτυχε να αναγεννήσει τις ίδιες δυναμικές εχθροπραξιών δι’ αντιπροσώπων. Αντ’ αυτού, τα αραβικά καθεστώτα ενώθηκαν ενάντια σε έναν κοινό εχθρό και ενέτειναν την καταστολή των ισλαμιστών αμφισβητιών εγχωρίως.
Αντίθετα με την τυπική ιστορία, ωστόσο, εκείνη η εποχή των σκληρών κρατών είχε εξασθενίσει για κάποιο χρονικό διάστημα πριν από την έκρηξη του 2011. Στην δεκαετία του 1990, η παγκοσμιοποίηση άρχισε να εισάγει θεμελιώδεις προκλήσεις στην παραδοσιακή τάξη της Μέσης Ανατολής. Νέες διεθνείς οικονομικές ορθοδοξίες ώθησαν τα κράτη να μειώσουν τις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας και την απασχόληση στο δημόσιο. Τα μεγάλα αραβικά κράτη είδαν την φτώχεια να αναπτύσσεται και τις υποδομές τους να παρακμάζουν. Ακόμη και τα πλούσια πετρελαϊκά κράτη βρέθηκαν στο έλεος των παγκόσμιων οικονομικών δυνάμεων, όπως η οικονομική κρίση του 2008 και οι διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου. Ταυτόχρονα, η δορυφορική τηλεόραση, τα smartphones, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και άλλες νέες τεχνολογίες υπονόμευσαν καθεστώτα που είχαν γίνει εξαρτημένα από τον έλεγχο της ροής πληροφοριών και της έκφρασης γνώμης. Και μετά το 2001, ο παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, οι δαίμονες που εξαπέλυσε η κατοχή του Ιράκ από τις ΗΠΑ και η κατάρρευση της ισραηλινο-παλαιστινιακής ειρηνευτικής διαδικασίας υπονόμευσαν τα θεμέλια της περιφερειακής συνεργασίας. Μέχρι το 2010, παρέμεινε ελάχιστη νομιμοποίηση για την αραβική τάξη πέρα από το να περιορίζει το Ιράν και να καταπνίγει την δημοκρατική αλλαγή.
Οι αραβικές εξεγέρσεις του 2011 δεν βγήκαν από το πουθενά˙ ήταν το αποκορύφωμα των διαρθρωτικών αλλαγών που αναπτύσσονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η λαϊκή απογοήτευση από τις στάσιμες οικονομίες των χωρών και την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών αυξανόταν για τουλάχιστον μια δεκαετία. Ο πολιτικός χώρος της περιοχής έχει ενοποιηθεί μέσω της δορυφορικής τηλεόρασης, του Διαδικτύου και άλλων διακρατικών δικτύων, τα οποία επέτρεψαν στις διαδηλώσεις να διαδοθούν από την Τυνησία στην Αίγυπτο και στην συνέχεια σε ολόκληρη την περιοχή. Αυτές οι ταυτόχρονες εξεγέρσεις αποκάλυψαν πολλά για την εσωτερική δύναμη των αραβικών κρατών: Μερικά προσαρμόστηκαν εύκολα, άλλα μόλις που κατάφεραν να τις ξεπεράσουν, και τα υπόλοιπα κατέρρευσαν.
24072019-2.jpg
Ένας μαχητής Houthi περιφρουρεί μια διαδήλωση που καταγγέλλει την επίθεση της υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας συμμαχίας κατά περιοχών της Ερυθράς Ακτής, στην Σαανά, στην Υεμένη, τον Ιούνιο του 2018. MOHAMED AL-SAYAGHI / REUTERS
———————————————————————-

Παρόλο που ο αντίκτυπος των εξεγέρσεων στην εγχώρια πολιτική ήταν προφανής, οι παρατηρητές έδωσαν λιγότερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο το φαινόμενο αυτό επηρέασε θεμελιωδώς την περιφερειακή ισορροπία ισχύος. Παραδοσιακές δυνάμεις όπως η Αίγυπτος και η Συρία καταναλώθηκαν από εγχώριες συγκρούσεις, γεγονός που τις άφησε ανίκανες να προβάλλουν ισχύ στο εξωτερικό. Οι πλούσιες χώρες του Κόλπου, από την άλλη πλευρά, ήταν σχεδόν ιδανικά προσαρμοσμένες στις νέες δομικές πραγματικότητες της περιοχής. Τα χρήματα, οι αυτοκρατορίες των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η κεντρική θέση σε ισχυρά διακρατικά δίκτυα όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα (Κατάρ) ή οι διεθνείς επιχειρήσεις (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα) τους επέτρεψαν να ασκούν ήπια ισχύ. Παρά το μικρό τους μέγεθος, αυτές οι χώρες διαθέτουν πολύ καλά εξοπλισμένους και άρτια εκπαιδευμένους στρατούς, συμπληρωμένους από καλά αποζημιωμένους μισθοφόρους. Αυτό τους επέτρεψε να προβάλλουν πολύ περισσότερη σκληρή ισχύ σε αρένες όπως η Λιβύη και η Υεμένη από όσο οι παραδοσιακές αραβικές δυνάμεις θα μπορούσαν ποτέ να έχουν κάνει. Το πιο σημαντικό είναι ότι αυτά τα καθεστώτα ασκούν σχεδόν πλήρη έλεγχο στους πληθυσμούς τους, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να απορρίψουν την εξωτερική ανάμειξη με τρόπους που μεγαλύτερα, λιγότερο πλούσια και λιγότερο κατασταλτικά κράτη δεν μπορούν. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν στρέφονται το ένα εναντίον του άλλου. Η μακρόχρονη προσπάθεια της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να αποσταθεροποιήσουν το Κατάρ, κόβοντας τις διπλωματικές σχέσεις, σπέρνοντας παραπληροφόρηση και καθιερώνοντας οικονομικό και εμπορικό εμπάργκο, απέτυχε κυρίως επειδή το Κατάρ έχει τους οικονομικούς πόρους και την καταπιεστική ικανότητα να εξουδετερώνει πιθανές εσωτερικές προκλήσεις.
ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΟΥΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥΣ
Σε αυτή τη νέα περιφερειακή τάξη, η ίδια η ισχύς λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο. Οι εξεγέρσεις δημιούργησαν νέους φόβους για την επιβίωση των καθεστώτων, ακόμη και μεταξύ των πιο επιτυχημένων παικτών. Ταυτόχρονα, τα αποτυχημένα κράτη και οι εμφύλιοι πόλεμοι έχουν παρουσιάσει στις χώρες νέες ευκαιρίες για επέκταση της επιρροής τους. Η ενοποίηση του αραβικού πολιτικού χώρου μέσω της έντονης εμπειρίας των εξεγέρσεων έκανε τα κράτη να βλέπουν κάθε γεγονός στην περιοχή ταυτόχρονα ως δείκτη ισχύος και ως πιθανή απειλή: Κανένα κράτος δεν μπορούσε να αντέξει να εξαιρεθεί. Είτε από επιθυμία εξάπλωσης της εξουσίας τους είτε από αμυντικό ενδιαφέρον να αποτρέψουν αντιπάλους να κάνουν το ίδιο, σχεδόν κάθε καθεστώς έχει βρεθεί σε εμφύλιους πολέμους και άλλα παιχνίδια ισχύος.
Εάν η Τυνησία και η Αίγυπτος κατέδειξαν τους κινδύνους των λαϊκών εξεγέρσεων σε ηγέτες που είχαν αποκτήσει μεγάλη αυτοπεποίθηση για την ικανότητά τους να αποτρέψουν προκλήσεις στην κυριαρχία τους, η Λιβύη πρόσφερε το πρώτο πρότυπο εκμετάλλευσης αυτών των αναταραχών. Όταν οι αραβικές εξεγέρσεις έφτασαν στην Λιβύη, τρεις χώρες του Κόλπου -Κατάρ, Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα- μαζί με την Τουρκία, άρπαξαν την ευκαιρία να κινηθούν εναντίον του απεχθούς ηγέτη της Λιβύης, Μουαμάρ αλ-Καντάφι. Οι χώρες του Κόλπου χρησιμοποίησαν τις αυτοκρατορίες τους των μέσων ενημέρωσης για να προσελκύσουν την προσοχή στις αγριότητες της Λιβύης (αγνοώντας την ταυτόχρονη βία στο Μπαχρέιν). Και πέρασαν ένα ψήφισμα του Αραβικού Συνδέσμου για να βοηθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα Ηνωμένα Έθνη να υποστηρίξουν μια ανθρωπιστική παρέμβαση. Επίσης, διοχέτευαν τεράστιες ποσότητες όπλων και χρημάτων στις προτιμώμενες από αυτές τοπικές πολιτοφυλακές που μάχονταν το καθεστώς.
Αυτές οι έμμεσες παρεμβάσεις είχαν μακροχρόνιες, αρνητικές επιπτώσεις. Το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αμφότερα υποστήριξαν την αντιπολίτευση στον Καντάφι, αλλά υποστήριξαν διαφορετικούς τοπικούς αντιπροσώπους. Αφότου έπεσε το καθεστώς, οι δυνάμεις αυτές διατήρησαν τόσο τα όπλα όσο και τους εξωτερικούς προστάτες τους, εμποδίζοντας έτσι την εδραίωση ενός λειτουργικού κράτους στην Λιβύη και επιτρέποντας την επακόλουθη κάθοδο της χώρας σε εμφύλιο πόλεμο. Ακόμα και σήμερα, η αιγυπτιακή και εμιρατινή στρατιωτική υποστήριξη στην Επιχείρηση Αξιοπρέπεια του διοικητή Χαλίφα Χαφτάρ, του οποίου οι δυνάμεις ελέγχουν μεγάλο μέρος της ανατολικής Λιβύης, επιταχύνει και εντείνει τις μάχες.
Αλλά η καταστροφική επίδραση της εξωτερικής εμπλοκής δεν ήταν άμεσα εμφανής. Στις δύσκολες μέρες του 2011, οι χώρες του Κόλπου και η Τουρκία (όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες) θεώρησαν την παρέμβασή τους στην Λιβύη ως μια ιστορία επιτυχίας: Συνειδητοποίησαν τα οφέλη της υποστήριξης τοπικών πληρεξουσίων [ή αλλιώς, αντιπροσώπων, proxy] και έμαθαν ότι θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν υποστήριξη από την Αμερική, την Ευρώπη και τον ΟΗΕ για παρεμβάσεις κατά των αντιπάλων τους. Με τα μάτια τους να ανοίγουν για νέες δυνατότητες, είδαν την λαϊκή εξέγερση εναντίον του προέδρου της Συρίας, Μπασάρ αλ-Άσαντ, ως ευκαιρία για να απομακρύνουν την Συρία από το Ιράν και να αναθεωρήσουν αποφασιστικά την περιφερειακή ισορροπία ισχύος υπέρ τους. Όταν έγινε αντιληπτό στις αρχές του 2012 ότι δεν θα μπορούσαν να επαναλάβουν την επιτυχία τους της Λιβύης με το να κερδίσουν την στήριξη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για μια παρέμβαση εναντίον του Assad, οι χώρες του Κόλπου και η Τουρκία κινήθηκαν αντ’ αυτού για να εξοπλίσουν την συριακή εξέγερση. Ακόμα κι αν αυτό απέτυχε να ανατρέψει τον Assad, είδαν την ευκαιρία να ματώσουν έναν σύμμαχο του Ιράν και να πάνε την μάχη στο έδαφος ενός βασικού αντιπάλου.
Αυτή η εξωτερική υποστήριξη προς τους Σύρους επαναστάτες προκάλεσε καταστροφικά αποτελέσματα, επιταχύνοντας την βία χωρίς να προσφέρει κανέναν εύλογο δρόμο για επίλυση. Αν και το καθεστώς Assad φέρει την μεγαλύτερη ευθύνη για τις συστηματικές θηριωδίες και βιαιότητες της σύγκρουσης, οι εξωτερικοί υποστηρικτές των εξεγέρσεων συνέβαλαν επίσης στην εντατικοποίηση του πολέμου παρά το προφανές κόστος. Η δομή των νέων πολιτικών της περιοχής υπαγόρευσε την αποτυχία. Κάθε φορά που οι αντάρτες έκαναν εισβολές, οι αντίπαλοι εξωτερικοί δρώντες -Ιράν, Χεζμπολάχ και Ρωσία- παρενέβαιναν στο πλευρό του Άσαντ. Κάθε πρόοδος δημιούργησε μια αναπόφευκτη αντιστάθμιση, κάτι που μόνο κλιμάκωσε το επίπεδο του ανθρώπινου πόνου. Σε ένα από τα πιο αποφασιστικά παραδείγματα αυτής της δυναμικής, το 2015, αφότου ριζοσπαστικές εξωτερικά υποστηριζόμενες ανταρτικές ομάδες κέρδισαν έδαφος στην βόρεια Συρία, η Ρωσία παρενέβη βίαια στο Χαλέπι.
Οι ανταγωνιστικές δυνάμεις στην Συρία δεν αποδείχθηκαν εξίσου επιδέξιες στον πόλεμο δια πληρεξουσίων. Οι δυνάμεις που υποστήριζαν τον Άσαντ εστίασαν σαν λέιζερ στην υποστήριξη του καθεστώτος. Οι Ιρανοί, ειδικότερα, κατέκτησαν την τέχνη της υποστήριξης τοπικών πολιτοφυλακών, συχνά με την άμεση καθοδήγηση και υποστήριξη του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης. Το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία, αντιθέτως, θεώρησαν η μια την άλλη ως αντιπάλους όσο και συμμάχους, και οι ανταγωνιστικές και ασυντόνιστες προσπάθειές τους συνέχιζαν να λειτουργούν σαν μπούμερανγκ. (Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έκαναν πίσω στην Συρία).
Αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχείρησαν να επιβάλουν μια συνεργασία μεταξύ των φατριών που υποστηρίζονταν από το Κατάρ, την Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν την εσωτερική διαμάχη μεταξύ των υποστηρικτών τους ή να επιβάλουν μια συνεκτική στρατηγική. Αυτά τα προβλήματα μεγεθύνθηκαν από την ιδιωτικοποίηση της ροής όπλων και χρήματος σε ανταρτικές ομάδες στις καθοριστικές ημέρες του τέλους του 2012 και στις αρχές του 2013, καθώς τα σαλαφιτικά δίκτυα στον Κόλπο διοχέτευαν χρήματα στις εξεγέρσεις. Αυτό δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη ένταση και τράβηξε το κέντρο βάρους της εξεγέρσεως προς το τζιχαντιστικό μέρος του φάσματος. Καθώς ο πόλεμος παγιωνόταν, τα κράτη του Κόλπου και η Τουρκία μετατόπισαν την υποστήριξή τους σε όλο και πιο ριζοσπαστικές ισλαμιστικές συμμαχίες στην αναζήτησή τους για αποτελεσματικούς μαχητές. Το ISIS αναδύθηκε από αυτό το περιβάλλον, όχι ως πληρεξούσιο οποιουδήποτε κράτους, αλλά ως αντάρτικη δύναμη που ήταν καλά προσαρμοσμένη σε αυτό που είχε μετατραπεί η Συρία.
Μετά από χρόνια προσπαθειών ταυτόχρονα να οπλίσουν, να συγκρατήσουν και να διαμορφώσουν την αντιπολίτευση από απόσταση, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρενέβησαν τελικά στην Συρία για να πολεμήσουν όχι τον Assad, αλλά το ISIS. Αυτή η επέμβαση πέτυχε με τους δικούς της όρους, καταστρέφοντας το ISIS ως κρατική οντότητα τόσο στο Ιράκ όσο και στην Συρία. Ταυτόχρονα, η περιορισμένη εμβέλεια και εντολή της εκστρατείας εμπόδισε τις Ηνωμένες Πολιτείες να παγιδευτούν σε μια ευρύτερη σύγκρουση με τον Assad και την Ρωσία. Αλλά η πολυπλοκότητα της διαχείρισης ακόμη και αυτής της περιορισμένης επέμβασης κατά του ISIS αποδείχτηκε τρομακτική και δημιούργησε αθέλητες νέες δεσμεύσεις. Τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζονται από τις προσπάθειες των ΗΠΑ και της Ρωσίας να διαχειριστούν τον ανταγωνισμό τους στην Συρία. Εν τω μεταξύ, το καθεστώς που υποστηρίζεται από το Ιράν και την Ρωσία ανακαταλάμβανε αμείλικτα την επικράτειά του από την απότομα φθίνουσα, εξωτερικά υποστηριζόμενη εξέγερση.
Αλλά ακόμη και η κατάρρευση του ISIS και τα σημαντικά εδαφικά κέρδη του καθεστώτος Assad δεν έφεραν την σύγκρουση πιο κοντά σε μια κατάληξη. Το αποτυχημένο κράτος της Συρίας συνεχίζει να ασκεί μαγνητική έλξη σε άλλες χώρες της περιοχής. Η εκστρατεία κατά του ISIS, για παράδειγμα, οδήγησε τελικά σε μεγαλύτερη συμμετοχή της Τουρκίας. Το 2015, έχοντας απεγνωσμένη ανάγκη τοπικών πληρεξουσίων για την καταπολέμηση του ISIS, οι Ηνωμένες Πολιτείες τακτοποιήθηκαν με τις κυριαρχούμενες από Κούρδους Μονάδες Λαϊκής Προστασίας, ή το YPG, τις οποίες εξόπλισαν, μαζί με άλλες πολιτοφυλακές, που ήταν υπό την αιγίδα των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων ή SDF. Η επιτυχία αυτών των δυνάμεων προκάλεσε τουρκικούς φόβους για κουρδική αυτονόμηση, κάτι που το 2017 οδήγησε την Τουρκία να αναλάβει τις δικές της κλιμακούμενες στρατιωτικές παρεμβάσεις σε αρκετούς βασικούς τομείς της βόρειας Συρίας. Ταυτόχρονα, το Ισραήλ άρχισε να αυξάνει τις αεροπορικές επιθέσεις εναντίον των ιρανικών στόχων και στόχων κατά της Χεζμπολάχ σε όλη την Συρία. Τόσο η αντιπολίτευση προς το καθεστώς όσο και η εκστρατεία εναντίον του ISIS φαίνεται ότι τελικά φθίνουν, αλλά ο πόλεμος της Συρίας είναι πιο διεθνοποιημένος από ποτέ.
Παρόλο που η Συρία είναι η πιο κατακλυσμική περίπτωση, οι περιφερειακές δυνάμεις έχουν δημιουργήσει τεράστιες ανθρώπινες και πολιτικές βλάβες και αλλού, στην προσπάθειά τους για επιρροή και κύρος. Οι προσπάθειές τους έχουν αποσταθεροποιήσει ακόμη και χώρες που δεν εμπλέκονται σε εμφύλιο πόλεμο. Το χειρότερο παράδειγμα είναι η Αίγυπτος. Το 2013, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υποστήριξαν το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Abdel Fattah el-Sisi, το οποίο ανέτρεψε τον Mohamed Morsi, τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο που ήταν μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και υποστηριζόμενος από το Κατάρ. Ωστόσο, παρά τις δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε βοήθεια από τον Κόλπο, το βίαιο κατασταλτικό καθεστώς του Sisi δεν κατάφερε να αποκαταστήσει την κανονικότητα ή την σταθερότητα στην Αίγυπτο. Ακόμη και στην Τυνησία, η οποία υπήρξε σχετικά επιτυχημένη, ο ανταγωνισμός μεταξύ του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων κινητροδότησε την αστάθεια. Η μεγάλης κλίμακας εισροή ξένων μετρητών και η πολιτική στήριξη των τοπικών συμμάχων έχει μολύνει την δημοκρατική πολιτική της χώρας.
ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΑΝΤΟΥ
Αυτή η ταραγμένη περιφερειακή δυναμική είναι προϊόν των κλασικών «διλημμάτων ασφαλείας»: Όταν τα κράτη προσπαθούν να αυξήσουν την δική τους ασφάλεια, ενεργοποιούν αντίμετρα που τα αφήνουν ακόμα λιγότερο ασφαλή από όσο πριν. Κάθε αραβικό καθεστώς ζει σήμερα κάτω από μια κατάσταση βαθιάς αντιληπτής ανασφάλειας. Παρ’ όλες τις μεγαλαυχίες, τρομοκρατούνται από ένα άλλο ξέσπασμα λαϊκών διαμαρτυριών. Και η ταχεία διάδοση των διαμαρτυριών το 2011 έπεισε τα κράτη ότι μια εξέγερση οπουδήποτε στην περιοχή θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια άλλη εγχωρίως. Όταν οι οικονομικές διαμαρτυρίες έπληξαν την Ιορδανία τον περασμένο Μάιο, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανανέωσαν αμέσως την οικονομική βοήθεια προς το Αμμάν προκειμένου να ανακοπούν οι αναταραχές.
Αλλά όταν τα κράτη προσπαθούν να καταπιέσουν τους πιθανούς αμφισβητίες, ασκώντας μεγαλύτερο έλεγχο στις κοινωνίες τους, συνήθως χειροτερεύουν την κατάσταση. Όσο πιο σκληρά καταστέλλουν, τόσο περισσότερο θυμό και δυσαρέσκεια παράγουν και τόσο περισσότερες δυνατότητες για δημοκρατική συμμετοχικότητα αποκλείουν. Αυτή η δυναμική μπορεί να φανεί σαφέστερα στην Αίγυπτο, όπου ο Sisi έχει επεκτείνει την αντι-ισλαμική εκστρατεία του για να συμπεριλάβει κοσμικούς ακτιβιστές, δημοσιογράφους και ακαδημαϊκούς. Ως αποτέλεσμα, έχει αποξενώσει όλο και μεγαλύτερα τμήματα της συμμαχίας που στήριξε το πραξικόπημα.
Αυτά τα διλήμματα εσωτερικής ασφάλειας εξηγούν τις άλλως ανεξήγητες αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής. Δείτε τον νέο πρίγκιπα-διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Mohammed bin Salman. Μετά την ταχεία εδραίωση της εξουσίας του, ο πρίγκιπας-διάδοχος, επίσης γνωστός ως MBS, έκανε δραματικές αλλαγές στην εγχώρια πολιτική. Εισήγαγε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, όπως το να επιτρέπεται στις γυναίκες να οδηγούν, και το να δημιουργηθούν κινηματογραφικές αίθουσες. Παράλληλα, κατέστειλε τους ακτιβιστές των δικαιωμάτων των γυναικών, συνέλαβε και εκφόβισε ένα σημαντικό μέρος της ελίτ της χώρας και περιθωριοποίησε βασικά τμήματα του θρησκευτικού κατεστημένου. Όμως, η αξιοσημείωτα επιτυχημένη εδραίωση της εξουσίας του MBS εγχωρίως δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μεμονωμένα από τις καταστροφικές και υπερ-επιθετικές παρεμβάσεις του στο εξωτερικό. Ακόμη και προτού γραπώσει την εγχώρια εξουσία, αποφάσισε να παρέμβει στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης, υποθέτοντας ότι μια γρήγορη νίκη θα κινητοποιούσε την υποστήριξη εγχωρίως. Αντ’ αυτού, οι δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας παγιδεύτηκαν σε έναν καταστροφικό βάλτο. Ομοίως, ο αποκλεισμός και το μποϊκοτάζ του Κατάρ το 2017 αναμενόταν τόσο να καθιερώσει την κυριαρχία της Σαουδικής Αραβίας στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου όσο και να υποσκάψει οποιαδήποτε εσωτερική πρόκληση από τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Αντ’ αυτού, λειτούργησε σαν μπούμερανγκ: Το Κατάρ αποδείχθηκε πιο ανθεκτικό από όσο περίμεναν οι περισσότεροι. Ο αποκλεισμός υπονόμευσε επίσης τις σχέσεις με την Ουάσινγκτον, έβλαψε τις προσπάθειες ανάσχεσης του Ιράν και αποδυνάμωσε το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, ίσως και μοιραία. Τόσο στην Υεμένη όσο και στο Κατάρ, η Σαουδική Αραβία βρέθηκε παγιδευμένη, ανίκανη να κλιμακώσει αρκετά για να κερδίσει, αλλά και ανίκανη να υποχωρήσει υπό τον φόβο εγχώριων πολιτικών συνεπειών.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ των αραβικών χωρών και του Ιράν αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα του διλήμματος ασφαλείας που λειτουργεί. Αν και οι αραβικοί φόβοι για τον Ιρανικό επεκτατισμό βασίζονται στην πραγματικότητα, αυτές οι ανησυχίες πάντοτε απέχουν πολύ από την πραγματική ιρανική ισχύ. Αντίθετα, όσα περισσότερα κάνουν τα αραβικά κράτη για να αντιμετωπίσουν το Ιράν, τόσο ισχυρότερο γίνεται. Στην Υεμένη, η εκστρατεία των Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας έχει μετατρέψει το αρχικό ασήμαντο ιρανικό στήριγμα σε μια ισχυρότερη στρατηγική συμμαχία με τους αντάρτες Houthi [16] και οδήγησε σε μεγαλύτερη διείσδυση από υποστηριζόμενους από το Ιράν πληρεξούσιους. Στην Συρία, οι εξεγέρσεις που υποστηρίχθηκαν από τις χώρες του Κόλπου και την Τουρκία έδωσαν στο Ιράν έναν πολύ επιβλητικότερο ρόλο στην χώρα. Και στον Λίβανο, το περίεργο θέαμα της κυβέρνησης της Σαουδικής Αραβίας να κρατά τον πρωθυπουργό του Λιβάνου Σαάντ Χαρίρι όμηρο στο Ριάντ για αρκετές εβδομάδες, πυροδότησε μια εσωτερική πολιτική κρίση που τελικά αποδυνάμωσε την φιλο-σαουδική σουνιτική συμμαχία στο λιβανέζικο κοινοβούλιο.
24072019-3.jpg
Ένας άνθρωπος περπατά προς ένα σπίτι που υπέστη ζημιά κατά την διάρκεια αεροπορικής επίθεσης που πραγματοποίησε η υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας συμμαχία, στο χωριό Faj Attan, στην Sanaa, στην Υεμένη, τον Μάιο του 2015. MOHAMED AL-SAYAGHI / REUTERS
———————————————————————

Αλλά αυτή η νέα δυναμική δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα του διακρατικού ανταγωνισμού˙ είναι επίσης το προϊόν αδύναμων και εύθραυστων κρατών, τα οποία γεννούν τα δικά τους διλήμματα ασφαλείας με το να δημιουργούν κενά ισχύος. Ακόμα κι αν μια περιφερειακή δύναμη δεν βλέπει αμέσως ένα κενό ισχύος ως μια καλή ευκαιρία να επεκτείνει την δική της επιρροή, φοβάται ότι θα το κάνουν οι αντίπαλοί της. Και όταν ένα κράτος όντως εμπλακεί, πιστεύει ότι η μείωση της στήριξης για τους τοπικούς πληρεξούσιούς του μόνο θα ενισχύσει τους πληρεξούσιους των περιφερειακών αντιπάλων του. Αυτός ο φόβος δυσχεραίνει εξαιρετικά την αποκλιμάκωση στους εμφύλιους πολέμους στην Λιβύη, την Συρία και την Υεμένη. Ακόμα κι αν οι δρώντες αναγνωρίζουν ότι οι παρεμβάσεις τους απέτυχαν, παγιδεύονται από την ανταγωνιστική λογική του διλήμματος ασφαλείας -ανίκανοι να κερδίσουν, ωστόσο ανίκανοι και να φύγουν.
ΤΟ ΝΕΟ ΚΑΝΟΝΙΚΟ
Σε μια περιοχή τόσο κορεσμένη από διλήμματα ασφαλείας, καμία διαβεβαίωση από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να είναι αρκετή. Ο άνευ προηγουμένου όγκος των πωλήσεων όπλων των ΗΠΑ προς την Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα τα τελευταία πέντε χρόνια (που εγκρίθηκε από την διοίκηση του Ομπάμα ώστε να συγκεντρώσει υποστήριξη για την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν) δεν έχει καταστήσει καμία από αυτές τις χώρες ασφαλέστερη. Ακόμη και όταν η Ουάσινγκτον παραιτήθηκε από οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τον εκδημοκρατισμό ή την τήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι απολυταρχίες δεν το βρήκαν ευκολότερο να επιλύσουν τις εσωτερικές προκλήσεις τους. Η απόσυρση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν [17] μόνο έχει αυξήσει τους φόβους μεταξύ των κρατών του Αραβικού Κόλπου για ένα όλο και ισχυρότερο Ιράν. Η μονόπλευρη στήριξη του Ισραήλ από την Ουάσινγκτον [18] εν μέσω της βίας στην Γάζα [19] έχει εμβαθύνει την διεθνή απομόνωση της χώρας αυτής και έχει επιταχύνει την πιθανότητα μιας άλλης σύγκρουσης. Και παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν φέρει τις σουνιτικές χώρες του Κόλπου σε όλο και πιο ανοιχτή ευθυγράμμιση με το Ισραήλ, αυτή η προσπάθεια έχει υπονομευθεί από την σύγκρουση των Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας με το Κατάρ.
Ακόμη και με έναν Αμερικανό πρόεδρο που υιοθετεί σκληρή γραμμή στο Ιράν και φαίνεται ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με την αυταρχική εξουσία [20], τα αραβικά καθεστώτα δεν βλέπουν πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες ως αξιόπιστο εγγυητή της επιβίωσης του καθεστώτος τους ή των συμφερόντων της εξωτερικής πολιτικής τους. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, έχει νόημα ακόμη και για στενούς συμμάχους των ΗΠΑ να οικοδομήσουν σχέσεις με την Κίνα [21], την Ρωσία και την ΕΕ -όπως κάνουν τώρα η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ακόμη και η Ιορδανία. Αυτές οι προσπάθειες είναι ένα λογικό αντιστάθμισμα έναντι της απροβλεπτότητας των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά θα μπορούσαν εύκολα να κλιμακωθούν σε κάτι περισσότερο μέσω των ίδιων δυναμικών του διλήμματος ασφάλειας που έχουν αναστατώσει όλες τις άλλες διαστάσεις της περιφερειακής πολιτικής.
Η διοίκηση Trump αγωνίστηκε να διαχειριστεί αυτές τις νέες πραγματικότητες. Οι ξαφνικές αλλαγές πολιτικής του Trump [22] και τα αγρίως ασυνάρτητα μηνύματα που προέρχονται από διαφορετικά μέρη της κυβέρνησης των ΗΠΑ προκαλούν σύγχυση μεταξύ των συμμάχων και των αντιπάλων. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ίσως να αρέσκονται στην πιο σκληρή γραμμή του Τραμπ για το Ιράν και στην υποστήριξή του στον πόλεμο στην Υεμένη, αλλά άλλες πολιτικές, όπως η πίεση της Ουάσινγκτον σε αυτούς για να τερματίσουν τον αποκλεισμό του Κατάρ, τα αιτήματά του για αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής και τα σημάδια της πρόθεσής του να αποσυρθεί από την Συρία [23], δημιούργησαν νέες απογοητεύσεις.
Ακόμα, η χαοτική διοίκηση του Trump [24] δεν πρέπει να αποσπά την προσοχή από τις βαθύτερες δομικές πραγματικότητες, οι οποίες θα παρουσίαζαν μια πρόκληση σε οποιονδήποτε πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πλέον την ισχύ ή την θέση να επιβάλλουν μια περιφερειακή τάξη με τους δικούς τους όρους. Κατά πάσα πιθανότητα, η ηγεμονία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή δεν πρόκειται ποτέ να αποκατασταθεί, επειδή η περιοχή έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Η μετάβαση πέρα από τους πολέμους και τις πολιτικές αποτυχίες που ακολούθησαν τις αραβικές εξεγέρσεις δεν θα είναι εύκολη. Η ζημιά είναι πολύ βαθιά.
Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Σύνδεσμοι:
*Το δοκίμιο αυτό έχει δημοσιευθεί στο τεύχος 57 (Απριλίου – Μαΐου 2019) του Foreign Affairs The Hellenic Edition.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου