Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Η κατάρρευση του «τουρκικού μοντέλου»

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένονται από την τουρκική ηγεσία οι αναπροσαρμογές στην εξωτερική πολιτική της χώρας εκτιμά ο διδάκτωρ ανθρωπολογίας του Princeton Νίκος Μιχαηλίδης...

Η κατάρρευση του «τουρκικού μοντέλου»

Δεν είναι σαφές πως θα εξελιχθούν τα πράγματα τους επόμενους μήνες στη γειτονική Τουρκία. Πάντως το ισλαμικό καθεστώς, κατά την πάγια, προσφιλή και λαϊκιστική τακτική του, αναζητά εξωτερικούς εχθρούς και...
κατηγορεί ευθέως τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ως υποκινητές των πρόσφατων γεγονότων. Όποια εξέλιξη και αν υπάρξει, είναι βέβαιο πως το περιβόητο «τουρκικό μοντέλο» έχει χρεωκοπήσει. Τι ήταν όμως αυτό το «τουρκικό μοντέλο;» Για να το κατανοήσουμε πρέπει να ανατρέξουμε στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν.
Η ανεξαρτητοποίηση των κρατών του Καυκάσου και της κεντρικής Ασίας μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ στις αρχές του 1990, οδήγησε την τουρκική κρατική ηγεσία της εποχής, με την ενθάρρυνση και ενίσχυση Δυτικών κρατών, να πιστέψει ότι μπορεί να ενώσει αυτές τις χώρες κάτω από τουρκική ηγεμονία, να τις απομακρύνει από την ρωσική σφαίρα επιρροής και να τις φέρει εγγύτερα στην φιλελεύθερη Δύση. Επρόκειτο για μια νέα αναβίωση του οράματος του παντουρκισμού που εύκολα το διέκρινε κανείς στη δημόσια ρητορική της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας και των δυτικών και τουρκικών ΜΜΕ αλλά και σε ακαδημαϊκές μελέτες καθώς και στις δραστηριότητες των τουρκικών δικτύων επιρροής σε αυτές τις κοινωνίες. Οι τουρκικές γραφειοκρατικές και πολιτικές ελίτ θεώρησαν ότι με αυτό τον τρόπο η χώρα τους θα κατάφερνε να αναδειχθεί σε γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ασίας, ενισχύοντας τον ρόλο της ως ενός αυτόνομου διεθνούς πόλου εξουσίας και οικονομίας που όμως συνεργάζεται με την Δύση.
Κεντρικό στοιχείο αυτής της πολιτικής στρατηγικής υπήρξε η καλλιέργεια και η διασπορά του μύθου περί ενός υποτιθέμενου «τουρκικού μοντέλου» διακυβέρνησης και οικονομίας το οποίο θα αποτελούσε πρότυπο για τις πρόσφατα ανεξαρτητοποιημένες χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ. Ο μύθος του τουρκικού μοντέλου, αποκρύπτοντας τον μιλιταριστικό χαρακτήρα του καθεστώτος της Τουρκίας, παρουσίαζε την χώρα αυτή ως εκκοσμικευμένη, δημοκρατική και φιλελεύθερη! Επιπλέον τονιζόταν η υποτιθέμενα «κοινή καταγωγή» των κατοίκων της Τουρκίας με αυτούς των χωρών της κεντρικής Ασίας. Σε τμήματα της ελίτ και του πληθυσμού των χωρών αυτών καλλιεργήθηκε επίσης η προσδοκία ότι το μέλλον τους βρίσκεται στην περαιτέρω απομάκρυνση από την ρωσική επιρροή και στην ένταξη τους σε αυτόν τον παντουρκικό συνασπισμό.
Παρά τα τεράστια ποσά και την ενέργεια που επενδύθηκε, αυτό το γεωπολιτικό project απέτυχε παταγωδώς. Οι ιδιαιτερότητες των κοινωνιών της περιοχής από την μια και οι σοβαρές εγγενείς αδυναμίες της Τουρκίας από την άλλη, τις οποίες οι αρμόδιοι σε χώρες του δυτικού κόσμου απέτυχαν να κατανοήσουν, δεν ευνόησαν την επιτυχή έκβαση αυτής της στρατηγικής. Η Ρωσία επέστρεψε δυναμικά στις χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ και τις ενέταξε στη νέα σφαίρα επιρροής της. Η δε μεγαλοιδεατική τουρκική ηγεσία και οι επιχειρηματίες της αρκέστηκαν σε μερικά συμβόλαια, κυρίως στον κλάδο των κατασκευών. Η Δύση είχε επενδύσει σε ένα κουτσό και αλαζονικό άλογο. Το τουρκικό μοντέλο απέτυχε παταγωδώς στην κεντρική Ασία και στον Καύκασο.
Μερικά χρόνια αργότερα ο μύθος περί τουρκικού μοντέλου, ελαφρώς τροποποιημένος, επανήλθε στη διεθνή συζήτηση με την άνοδο του ισλαμικού ΑΚΡ στην εξουσία το 2002. Οι New York Times εκθείαζαν τον Ρ.Τ Ερντογάν και το κόμμα του ως το ιδανικό πολιτικό μοντέλο που συνδυάζει το Ισλάμ με την φιλελεύθερη δημοκρατία και την ελεύθερη αγορά. Διεθνή think tanks, δημοσιογράφοι, αναλυτές και κάθε είδους δημοσιολογούντες προπαγάνδιζαν υπέρ του τουρκικού μοντέλου του «σουνιτικού ισλαμικού φιλελευθερισμού» προωθώντας το παράλληλα προς τις Αραβικές κοινωνίες ως πρότυπο προς μίμηση.
Η Τουρκία υπό τον Ερντογάν ανέπτυξε εκτεταμένα δίκτυα συνεργασίας και επιρροής στα κατά τόπους σουνιτικά κοινωνικά και πολιτικά κινήματα επιχειρώντας να τα θέσει υπό την ηγεμονία και τον έλεγχό της. Στρατηγική της επιδίωξη ήταν η δημιουργία μιας δικής της αυτόνομης σφαίρας επιρροής στον σουνιτικό ισλαμικό κόσμο. Το ιδεολόγημα του τουρκικού ισλαμικού φιλελευθερισμού επιχειρήθηκε επίσης να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την αποριζοσπαστικοποίηση των διαφόρων αντιδυτικών ισλαμικών κινημάτων στη βόρεια Αφρική και στην Μέση Ανατολή αλλά και ως αντίβαρο στην επιρροή του σιιτικού Ιρανικού μοντέλου που συνδύαζε τον κορπορατισμό με την ισλαμική επανάσταση και την αντιδυτική ρητορική.
Στο πλαίσιο αυτής της στρατηγικής, στο εσωτερικό μέτωπο, η ισλαμική ηγεσία του ΑΚΡ επιχείρησε να κάνει ελεγχόμενα ανοίγματα προς το κουρδικό κίνημα προκειμένου να το ενσωματώσει διά του Ισλάμ, να δαμάσει και να εξουδετερώσει τον κίνδυνο περαιτέρω ενίσχυσης του εθνοτικού αποσχιστικού του χαρακτήρα. Επιπλέον περιθωριοποίησε εκείνες τις ομάδες εντός του στρατεύματος που αντιτάσσονταν σε αυτή την νέα πολιτική στρατηγική του ενιαίου Ισλάμ υπό τουρκική ηγεμονία. Τα οικονομικά ανοίγματα και η έστω και με δανεικά ευμάρεια που δημιούργησε το ΑΚΡ ενίσχυσαν σημαντικά τα κοινωνικά του ερείσματα σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας και ενδυνάμωσαν την πολιτική του ηγεμονία. Έτσι πιστωτικές κάρτες, Αλλάχ και υποσχέσεις εκδημοκρατισμού είχαν καταστήσει τον Ρ.Τ Ερντογάν αδιαφιλονίκητο ηγέτη.
Πολλοί, ακόμα και στην Ελλάδα, έχουν αφελώς χαρακτηρίσει τον ισλαμιστή πολιτικό και το κόμμα του ως δύναμη μεταρρύθμισης και εκδημοκρατισμού, υιοθετώντας άκριτα την επίσημη τουρκική προπαγάνδα και την αγγλόφωνη βιβλιογραφία για το θέμα. Δεν έλαβαν όμως υπόψη τους ότι στα δεκατέσσερα χρόνια της παραμονής του στην εξουσία το ΑΚΡ απέφυγε επιμελώς και με πολλαπλές δικαιολογίες και καθυστερήσεις να προβεί σε ουσιαστική συνταγματική μεταρρύθμιση. Έτσι η υποτιθέμενα δημοκρατική κυβέρνηση Ερντογάν κυβερνούσε χωρίς ενδοιασμούς την χώρα με το σύνταγμα που επέβαλλε ο δικτάτορας στρατηγός Κενάν Εβρέν στις αρχές του 1980. Ενώ υπήρχε μια πλειοδοσία δημοκρατικής και μεταρρυθμιστικής ρητορικής όλα αυτά τα χρόνια, λίγα έγιναν στην πράξη. Ακόμα και τα περιβόητα δημοκρατικά ανοίγματα που κατά καιρούς πομπωδώς ανακοινώνονταν προς τους ετερόδοξους πολυάριθμους αλεβιτικούς πληθυσμούς της χώρας αλλά και προς τους Κούρδους και κάθε είδους μειονότητα, απεδείχθησαν πολιτικοί τακτικισμοί του ΑΚΡ που στόχευαν στο να αποδυναμώσει την δημοκρατική αντιπολίτευση.
Ουσιαστικά το ισλαμικό ΑΚΡ σε σημαντικό βαθμό οικειοποιήθηκε τα αιτήματα και την ρητορική των δημοκρατικών και φιλελεύθερων δυνάμεων της χώρας προκειμένου να εδραιώσει την δική του ηγεμονία και ισλαμική ατζέντα, να εμφανιστεί ως η μόνη ρεαλιστική μεταρρυθμιστική δύναμη και να αποδυναμώσει τα κοινωνικά και πολιτικά δίκτυα που επεδίωκαν τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό. Η καλά σχεδιασμένη αυτή οικειοποίηση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας και των σχετικών εννοιών οδήγησε τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες δυνάμεις σε προσωρινό αδιέξοδο.
Τουρκικό πολιτικό Ισλάμ
Σημαντικό κανάλι εφαρμογής όλων αυτών των πολιτικών υπήρξε και το εκτεταμένο εσωτερικό και διεθνές δίκτυο του Τούρκου θρησκευτικού ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται πριν από δεκαετίες, αλλά ενδυναμώθηκε κυρίως από την στρατιωτική δικτατορία του Εβρέν το 1980. Εκείνη την περίοδο το στρατιωτικό καθεστώς, θορυβημένο από την άνοδο της επιρροής της Αριστεράς, κυρίως στη νεολαία, άρχισε να χρησιμοποιεί το Ισλάμ ως αντίδοτο κατά του μαρξισμού. Έτσι οι στρατιωτικοί αύξησαν κατακόρυφα τις δαπάνες για την κατασκευή ισλαμικών τεμενών ενώ επιπλέον διευκόλυναν και ενίσχυσαν την δραστηριότητα διαφόρων ισλαμιστικών δικτύων εντός της χώρας, ένα εκ των οποίων υπήρξε και το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.
Ο Γκιουλέν εξέφραζε μια περισσότερο ήπια ερμηνεία και εφαρμογή του Ισλάμ, ανοιχτή στη φιλελεύθερη οικονομία και στη συνεργασία με την Δύση. Από την άλλη οι ιδεολογικές ρίζες του Ρ.Τ. Ερντογάν βρίσκονται στο σκληρά αντιδυτικό Ισλάμ που εκφράζεται στην Τουρκία μέσα από την οργάνωση Milli Görüş (Εθνική Οπτική) και τον ιστορικό της ηγέτη Νετζμεντίν Ερμπακάν ο οποίος υποστήριζε την ανεξαρτησία του Ισλαμικού κόσμου υπό τουρκική ηγεσία και τον σφοδρό ανταγωνισμό με την Δύση.
Οι δύο σχολές κατανόησης και βίωσης της ισλαμικής θρησκείας και τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που ενέπνευσαν στην Τουρκία, είχαν πολύ συχνά ανταγωνιστικές σχέσεις. Ενώ το Γκιουλενικό Ισλάμ συντάχθηκε αρκετές φορές με τους κατά καιρούς πραξικοπηματίες του στρατού, το ρεύμα που εξέφραζε ο Νετζμεντίν Ερμπακάν βρέθηκε υπό πίεση και ενίοτε υπό διωγμό.
Ήταν άλλωστε ο Ερμπακάν ο πρώτος ισλαμιστής ηγέτης που έγινε πρωθυπουργός και τον οποίο οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας αποκαθήλωσαν από την εξουσία το 1997. Η απόσχιση του Ερντογάν και μιας ηγετικής ομάδας από την επιρροή και το κόμμα Ερμπακάν και η ίδρυση του ΑΚΡ άνοιξαν μια καινούργια σελίδα στην ιστορία του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία που το οδήγησαν στην εξουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμαχία Γκιουλέν-Ερντογάν γέννησε το υποτιθέμενο «ήπιο Ισλάμ» ευνοώντας και τους δύο προσωπικά, ενώ υπήρξε ζημιογόνα για τις φιλελεύθερες δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας.
Όμως παρά τις προσπάθειες των σχεδιαστών και υποστηρικτών του νέου τουρκικού «ισλαμικού φιλελευθερισμού» και την αρχική σύμπνοια και συνεργασία, μια σειρά από εξελίξεις οδήγησαν στο σπάσιμο αυτής της εσωτερικής συμμαχίας και στην αποδόμηση του τουρκικού ισλαμικού μοντέλου.
Οι αλλαγές στον διεθνή περίγυρο της Τουρκίας, ειδικά η κατάρρευση των Ισλαμικών κυβερνήσεων που είχαν ανέλθει στην εξουσία μετά την λεγόμενη Αραβική άνοιξη, κατέστησαν το τουρκικό σουνιτικό μοντέλο άνευ νοήματος και ξεπερασμένο, γεγονός που συνέβαλε στην απώλεια της τουρκικής ηγεμονίας σε αυτές τις χώρες.
Επιπλέον η αυτονόμηση των Κούρδων της Συρίας, η αυξανόμενη νομιμοποίηση του ΡΚΚ λόγω του αγώνα εναντίον του ΙΣΙΣ, η τάση απομάκρυνσης τμημάτων της νεολαίας του Αλεβιτικού πληθυσμού από τα συστημικά κόμματα και η προσέγγιση τους με το αντισυστημικό και φιλοκουρδικό HDP, καθώς και οι σοβαρές ενδοσουνιτικές τριβές, ανταγωνισμοί, φαινόμενα διαφθοράς και διάσταση απόψεων που δημιούργησαν κρίση νομιμοποίησης του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ, προκάλεσαν πανικό στα ηγετικά κλιμάκια του κράτους και της γραφειοκρατίας που θεώρησαν ότι μπορεί να χαθεί ο έλεγχος της χώρας.
Έτσι από το καλοκαίρι του 2015 άρχισε να γίνεται ξεκάθαρα πλέον ορατή μια πολιτική συμμαχία που περιλαμβάνει το εθνικιστικό Ισλάμ του Ρ.Τ Ερντογάν, τους κεμαλιστές στρατηγούς, την εθνικιστική κεμαλική αριστερά και τμήματα της ακροδεξιάς.
Μετά και την πρόσφατη, αποτυχημένη, απόπειρα ανατροπής του, ο Ρ.Τ.Ερντογάν απάντησε με λιγότερη δημοκρατία. Κήρυξε την χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και άρχισε να εκκαθαρίζει στο εσωτερικό όλα τα δίκτυα του Φετουλάχ Γκιουλέν ενώ εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να αποδυναμώσει κάθε αντισυστημική φωνή της κουρδικής και φιλελεύθερης αντιπολίτευσης την οποία επίσης κατηγορεί ως συνεργάτη της Δύσης.
Επιπλέον αναβαπτίζεται στα μάτια κυρίως των οπαδών του ως «υπερασπιστής της δημοκρατίας» πράγμα ιδιαίτερα προβληματικό και επικίνδυνο. Η αντιδυτική δημόσια ρητορική και προπαγάνδα έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, αποκαλύπτοντας το αληθινό πρόσωπο του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ αλλά και του «συστήματος Τουρκία» γενικότερα.
Φιλοκυβερνητικός δημοσιογράφος αποκάλυψε μάλιστα πρόσφατα, σε μεγάλη τουρκική εφημερίδα, πως η Τουρκική κρατική ηγεσία επεδίωξε την ένταξη και συνεργασία της χώρας με δυτικούς θεσμούς τύπου ΝΑΤΟ και ΕΕ προκειμένου να αποφύγει επιθέσεις από την Δύση και να κερδίσει χρόνο ώστε να ανασυνταχθεί και στη συνέχεια να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία στις διεθνείς της σχέσεις.
Τι είδους αναπροσαρμογές στην εξωτερική πολιτική της χώρας θα κάνει η τουρκική ηγεσία είναι κάτι που αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι πάντως βέβαιο ότι τους τελευταίους μήνες η Τουρκία απώλεσε το μεγάλο συμβολικό κεφάλαιο που διέθετε ως χώρα που υποτίθεται ότι συνδύαζε το λεγόμενο ήπιο Ισλάμ με την ελεύθερη οικονομία και το δημοκρατικό καθεστώς. Εκεί που ηγεμονικά επεδίωκε συμφέρουσες για αυτήν λύσεις σε μεγάλα διεθνή προβλήματα στην ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία μετατράπηκε σε μέρος του προβλήματος.
*Ο Νίκος Μιχαηλίδης είναι διδάκτωρ ανθρωπολογίας του Princeton και έχει διεξάγει πολυετή επιτόπια έρευνα στην Τουρκία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου