Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Να γιατί ο Ελληνισμός δεν πρέπει να νομιμοποιήσει το έκτρωμα των Πρεσπών

Σε περίπτωση αναγνώρισης μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο από την ελληνική πλευρά, οι σλαβόφωνοι της ΠΓΔΜ θα αποτελούν την κύρια, διεθνώς αναγνωρισμένη μακεδονική εθνότητα και οι Μακεδόνες στην Βόρειο Ελλάδα θα συνιστούν την υποδιαίρεση...
29062018-1.jpg
Το ύφος του νικητή και η έκφραση της προδοσίας
ζωγραφισμένα στα πρόσωπα των δυο πρωταγωνιστών
Πλέον οι Έλληνες θα είναι οι καπηλευτές μιας εθνικής ονομασίας ενός γειτονικού κράτους, σε μια πλήρη αντιστροφή όχι μόνο των πολιτικών, αλλά και των ιστορικών δεδομένων.*
Ο Δρ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ε. ΚΩΤΟΥΛΑΣ είναι ιστορικός, Ανώτερος Ερευνητής στο Εργαστήριο Γεωπολιτισμικών Αναλύσεων Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και Τουρκίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η αντιπαράθεση μεταξύ Ελλάδος και ΠΓΔΜ για την ονομασία του γειτονικού κράτους δεν αποτελεί μια απλή διακρατική διαμάχη σε επίπεδο συμβολισμών, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο γεωστρατηγικών και γεωπολιτισμικών αντιθέσεων μεταξύ Ελλήνων και Σλάβων με μακραίωνο ιστορικό υπόβαθρο. Η αναγνώριση μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας ως συνέπεια μιας σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό αναιρεί 120 έτη ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, από...
την περίοδο του διεθνοτικού ανταγωνισμού Ελλήνων και Σλάβων στον χώρο της Μακεδονίας τον ύστερο 19ο και τον πρώιμο 20ό αιώνα έως σήμερα. Η εξωτερική πολιτική απαιτεί ψυχρή ρεαλιστική οπτική σε βάθος δεκαετιών και λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εξέλιξη και τα ιστορικά γεγονότα αιώνων.
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ
Από γεωπολιτικής απόψεως και βάσει μιας μακροϊστορικής οπτικής, το Μακεδονικό Ζήτημα αποτελεί τμήμα της απόπειρας των σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής Χερσονήσου να αποκτήσουν διέξοδο στις θερμές θάλασσες του Αιγαίου Πελάγους και να θραύσουν τον αποκλεισμό της Rimland (ο ανασχετικός Δακτύλιος, δια του οποίου οι Δυτικές θαλάσσιες δυνάμεις περιορίζουν την ηπειρωτική Ρωσία). Οι Έλληνες είναι μη σλαβικοί πληθυσμοί προσανατολισμένοι προς την Δύση, οι οποίοι έχουν ανασχετική λειτουργία έναντι των εξαρτώμενων πολιτισμικώς από την Ρωσία, Σλάβων.
Το Μακεδονικό Ζήτημα διαμορφώθηκε τον ύστερο 19ο αιώνα ως συνέπεια του πανσλαβιστικού ιδεολογήματος με την ενεργή στήριξη της Ρωσίας και αργότερα της ΕΣΣΔ. Σκοπός της Ρωσίας/ΕΣΣΔ ήταν η διαμόρφωση προσβάσεως κυριαρχικού ελέγχου στον χώρο του Αιγαίου Πελάγους και δη στον λιμένα της Θεσσαλονίκης είτε μέσω της Βουλγαρίας είτε μέσω και της Σερβίας/Γιουγκοσλαβίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παρακαμπτόταν ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία έως τον πρώιμο 20ό αιώνα και αργότερα από την προσδεδεμένη στην Δύση Τουρκία.
Σε υπόμνημά του (26 Δεκεμβρίου 1944) προς τις διπλωματικές υπηρεσίες, ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Edward Stettinius, προσδιόρισε την γεωστρατηγική λειτουργία της χρήσης του όρου Μακεδονία από τα σλαβικά κράτη αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Η παρούσα Κυβέρνηση θεωρεί τις αναφορές για “μακεδονικό έθνος”, “μακεδονική πατρίδα” ή για “μακεδονική εθνική συνείδηση” αδικαιολόγητες δημαγωγικές διατυπώσεις, οι οποίες δεν αντιπροσωπεύουν οποιαδήποτε εθνοτική ή πολιτική πραγματικότητα και θεωρεί την αναβίωση αυτών των αναφορών ως δυνητικό μανδύα για την διατύπωση επιθετικών προθέσεων σε βάρος της Ελλάδος» [1].
Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου (1945-1991) η Ελλάδα δεν μπορούσε να ασκήσει αποτελεσματική πίεση στην Γιουγκοσλαβία και να αναιρέσει την ονομασία Μακεδονία στην εσωτερική ομόσπονδη διοίκησή της, λόγω των διεθνών ισορροπιών στο πλαίσιο του ψυχροπολεμικού κόσμου. Η απόσπαση της Γιουγκοσλαβίας από το Ανατολικό Μπλοκ αποτελούσε θεμελιώδη προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, καθώς συνέβαλε στην ανάσχεση της σοβιετικής επιρροής σε μια ευρεία ζώνη από την Αδριατική Θάλασσα και την Κεντρική Ευρώπη έως το Αιγαίο Πέλαγος.
Ο στρατηγικός εφιάλτης της Ελλάδος κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν η ενδεχόμενη αμυντική και διπλωματική συμμαχία των δύο σλαβικών κρατών στα βόρεια σύνορά της, της αναθεωρητικής Βουλγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας. Μάλιστα το 1960-1961 και υπό την επίνευση της ΕΣΣΔ εξετάσθηκε ακόμη και το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αλβανίας στην κρατική δομή της Γιουγκοσλαβίας, προοπτική, η οποία θα διαμόρφωνε έναν ισχυρό κρατικό δρώντα στην Βαλκανική Χερσόνησο. Η Ελλάδα απέτρεπε την αρνητική αυτή εξέλιξη κατά κανόνα με τον μερικό προσεταιρισμό της Γιουγκοσλαβίας, καθώς η Βουλγαρία αποτελούσε τον κύριο αναθεωρητικό και εχθρικό δρώντα έως την εξομάλυνση των διμερών σχέσεων το 1964 και ιδίως το 1974-1975. Η Βουλγαρία εκείνη την περίοδο ήταν επικίνδυνη κυρίως διότι αποτελούσε τον πλέον πιστό σύμμαχο της ΕΣΣΔ, η οποία επεδίωκε την προβολή ισχύος μέσω της Βουλγαρίας στα Στενά του Βοσπόρου και στο Αιγαίο Πέλαγος. Η Βουλγαρία αποτελούσε τον κύριο εκφραστή του πανσλαβισμού από τον ύστερο 19ο αιώνα έως τα μέσα του 20ού αιώνος.
Η Γιουγκοσλαβία προέβαλε με αυξανόμενη ένταση από το 1960 την θέση για μακεδονική ταυτότητα και για μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα. Η Γιουγκοσλαβία επεδίωκε την παράταση της μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας για τον σλαβόφωνο πληθυσμό της ΠΓΔΜ, ώστε να αποσπά αυτόν από την επιρροή της Βουλγαρίας, του άλλου σλαβικού κράτους στην περιοχή. Για την γιουγκοσλαβική/σερβική πλευρά, οι «Μακεδόνες» αποτελούν αυτόνομη σλαβόφωνη εθνοτική ομάδα, ενώ οι Βούλγαροι τους αντιμετώπιζαν ως περιφερειακούς ομοεθνείς. Επίσης η Γιουγκοσλαβία προέβαινε σε προβολή ισχύος προς το Αιγαίο Πέλαγος με την απόπειρα χρήσης των σλαβόφωνων της Ελλάδος ως στρατηγική μειονότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι η αναβίωση του σερβικού εθνικισμού τα έτη 1980-1991 συνδυάστηκε με την ενθάρρυνση του ιδεολογήματος του μακεδονισμού για την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Η Βουλγαρία διαχρονικώς προσοικειωνόταν την μακεδονική ταυτότητα των σλαβοφώνων όχι ως διακριτή εθνοτική ομάδα, αλλά ως νοητή υποδιαίρεση του βουλγαρικού πληθυσμού. Στο προπαγανδιστικό αυτό εθνικιστικό σχήμα της Βουλγαρίας, Μακεδόνες ήταν οι Βούλγαροι, οι οποίοι κατοικούσαν στην Μακεδονία, περιοχή, η οποία αντιστοιχούσε στην σημερινή ΠΓΔΜ και την περιφέρεια της Μακεδονίας (Ελλάδα). Η στήριξη στο προπαγανδιστικό εγχείρημα μιας ανεξάρτητης και ενιαίας Μακεδονίας και Θράκης, την οποία είχε ασπαστεί και το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα τα έτη 1924-1949 υπαγόμενο στις βουλγαρικές εθνικιστικές θέσεις, αποσκοπούσε στην δημιουργία δεύτερου βουλγαρικού κράτους στα Βαλκάνια υπό τον μανδύα του μακεδονισμού.
Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι σε μεγάλο βαθμό δέσμια μιας χαρτογραφικής και ιστορικής παρανόησης. Η ελληνική πλευρά εξακολουθεί να επαναλαμβάνει την μη εδραζόμενη σε μακροϊστορικά δεδομένα θέση περί τριμερούς γεωγραφικής Μακεδονίας, η οποία υποτίθεται ότι είναι διηρημένη μεταξύ επιμέρους κρατών, παρά την εγνωσμένη ιδεοληπτική χρήση της αντίληψης περί τριμερούς γεωγραφικής Μακεδονίας και παρά την αξιοποίησή της στο παρελθόν για την ένοπλη αμφισβήτηση της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας στον χώρο της Μακεδονίας. Στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών, στην ενότητα με τίτλο «Το ζήτημα του ονόματος της ΠΓΔΜ», αναφέρεται: «Γεωγραφικά, ο όρος αυτός αναφέρεται σε μια ευρύτερη περιοχή που εκτείνεται στο σημερινό έδαφος διαφόρων βαλκανικών χωρών, με το μεγαλύτερο τμήμα της να βρίσκεται στην Ελλάδα και άλλα μικρότερα τμήματά της στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την Βουλγαρία και την Αλβανία» [2].
Η έννοια της «γεωγραφικής Μακεδονίας», όμως, δεν ερείδεται σε αμιγή γεωφυσικά δεδομένα, καθώς ο χώρος της Μακεδονίας δεν διαθέτει χωρική αυτονομία, όπως άλλοι. Η γεωγραφική Μακεδονία ως αντίληψη αποτελεί σε μεγάλο βαθμό κατασκευή Ρώσων, Γερμανών και Βουλγάρων χαρτογράφων, στο πλαίσιο των εντεινόμενων γεωστρατηγικών ανταγωνισμών στον χώρο της νοτίου Βαλκανικής Χερσονήσου τον ύστερο 19ο αιώνα [3].

Σε όλους σχεδόν τους ευρωπαϊκούς χάρτες οι οποίοι βασίζονται στο έργο Γεωγραφική Υφήγησις (150 μ.Χ.) του αρχαίου γεωγράφου Κλαύδιου Πτολεμαίου (περ. 100-170 μ.Χ.) και εκδόθηκαν από τον 13ο έως και τον 19ο αιώνα, τα βόρεια όρια της Μακεδονίας προσδιορίζονται συνεχώς νοτίως της πόλεως των Σκοπίων [4]. Σημειωτέον ότι η ιστορική Μακεδονία της αρχαιότητας αντιστοιχεί σχεδόν πλήρως στο τμήμα της ελληνικής επικράτειας στην βόρειο Ελλάδα.

Σε χάρτες του πρώιμου 19ου αιώνα, όπως στον χάρτη (1826) του Pierre Lapie και τον Εθνογραφικό Χάρτη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1847) του Αυστριακού χαρτογράφου Ami Boué (1794-1881), η γεωφυσική ενότητα της Μακεδονίας δεν περιλαμβάνει τα Σκόπια, αλλά μόνο το όριο Μοναστηρίου-Αχρίδας και, φυσικά ,την γνωστή μας Μακεδονία στην ελληνική επικράτεια. Τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας, τα οποία στην γενική χαρτογραφική αντίληψη ταυτίζονταν έως τον ύστερο 19ο αιώνα εν πολλοίς με την ιστορική Μακεδονία, διευρύνθηκαν κατά τρόπο αυθαίρετο στο πλαίσιο της γεωστρατηγικής αντιπαραθέσεως για τον έλεγχο εδαφών της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [5].
Κατά την οθωμανική περίοδο, η Μακεδονία δεν υφίστατο ως διοικητική ή γεωγραφική ενότητα, καθώς οι οθωμανικές αρχές δεν χρησιμοποίησαν τον όρο «Μακεδονία». Σε χάρτες του ύστερου 19ου αιώνα δημιουργείται η «γεωγραφική Μακεδονία», η οποία σύμφωνα με μια διαστρεβλωτική αντίληψη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους των ετών 1912-1913, μοιράστηκε μεταξύ Ελλάδος, Σερβίας και Βουλγαρίας [6]. Επίσης, εθνογραφικοί χάρτες όπως o εθνογραφικός χάρτης της ευρωπαϊκής Ανατολής (1876) του Γερμανού γεωγράφου Heinrich Kiepert (1818-1899), οι οποίοι έδειχναν υψηλά ποσοστά σλαβοφώνων, αποτελούσαν παραγγελία του βουλγαρικού εξαρχάτου στην Κωνσταντινούπολη [7]. Οι εν λόγω χάρτες χρησιμοποιήθηκαν από την ρωσική πλευρά στην Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινουπόλεως (23 Δεκεμβρίου 1876 – 20 Ιανουαρίου 1877) για την θεμελίωση της Μεγάλης Βουλγαρίας [8].
Η αντίληψη της γεωγραφικής Μακεδονίας αποτελεί επινόηση κυρίως Γερμανών και Ρώσων χαρτογράφων, οι οποίοι ευνοούσαν την βουλγαρική πλευρά στην Βαλκανική Χερσόνησο. Κατά τον 20ό αιώνα, η έννοια της γεωγραφικής Μακεδονίας χρησιμοποιήθηκε σε προπαγανδιστικό επίπεδο για την υπονόμευση της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας καθ’ όλον τον 20ό αιώνα, με κορύφωση τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ο ΣΝΟΦ, τμήμα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδος, προέβαλε την κατασκευή της τριμερούς γεωγραφικής Μακεδονίας (Μακεδονία του Αιγαίου, Μακεδονία του Βαρδάρη και Μακεδονία του Πιρίν). Η συμμετοχή των σλαβόφωνων στις τάξεις του ΔΣΕ έφθασε το 50% το 1949, μετατρέποντας μια ενδοκρατική πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση σε εθνοτική. Χαρακτηριστική είναι η χρήση της έννοιας της γεωγραφικής Μακεδονίας σε εκδόσεις οι οποίες στρέφονται κατά της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας, όπως η μελέτη «Οι αγώνες του σλαβομακεδονικού λαού για απελευθέρωση» (1952), η οποία εκδόθηκε σε συνεργασία με κομμουνιστικά καθεστώτα του Ανατολικού Στρατοπέδου.
Η μόνη αντίληψη η οποία ενέχει ιστορικό νόημα, είναι η ταύτιση της γεωγραφικής Μακεδονίας με την ιστορική Μακεδονία, η οποία εντοπίζεται σχεδόν πλήρως εντός των ορίων της ελληνικής επικρατείας. Ο όρος Μακεδονία διαθέτει ιστορικό νόημα μόνον για τον ελληνικό πληθυσμό, καθώς η μακεδονική ταυτότητα αποτελούσε ως υποεθνοτικός προσδιορισμός τμήμα της ιστορικής ελληνικής ταυτότητας. Η Μακεδονία δεν είχε αποτελέσει αυτόνομη γεωγραφική, διοικητική ή άλλη οντότητα σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο τον 19ο αιώνα, ώστε να θεωρηθεί ότι έχει διασπασθεί σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ επιμέρους κρατών.
Η ελληνική πλευρά, επαναλαμβάνοντας την θέση περί γεωγραφικής Μακεδονίας η οποία έχει κατανεμηθεί μεταξύ τριών ή τεσσάρων κρατών, υπονομεύει την διαπραγματευτική της απόπειρα να αποτρέψει την αμφισβήτηση της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας, και επιτρέπει την σύνδεση γεωγραφίας και εθνοτικής ταυτότητας εκ μέρους των σλαβικών πληθυσμών. Η μακεδονική σλαβική ταυτότητα έχει λειτουργήσει σε βάρος της Ελλάδος σε πολυάριθμες περιπτώσεις: Το 1912-1913, το 1941-44 με την βουλγαρική κατοχή και το 1946-1949, όταν το 30-50% των ανταρτών του ΔΣΕ ήταν σλαβόφωνοι που ήθελαν ενιαία Μακεδονία με έξοδο στο Αιγαίο, στηριζόμενοι από τα σλαβικά κράτη: Την Γιουγκοσλαβία (έως το 1948) και την Βουλγαρία και την ΕΣΣΔ ως υπερσυστημικό δρώντα συνεχώς.
Η Ελλάδα μπορεί να προβάλλει μια νέα θέση, βάσει της οποίας η γεωγραφική Μακεδονία αντιστοιχεί στην ιστορική Μακεδονία και στο εθνολογικό όριο Ελλήνων προς Σλάβους. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, ο όρος Μακεδονία χάνει το νόημά του. Συνοψίζοντας, γεωγραφική ευρεία Μακεδονία ως αυτόνομη οντότητα δεν υπήρξε ποτέ, μόνο ιστορική Μακεδονία, η οποία είναι πλήρως ταυτισμένη με την ελληνική επικράτεια.
ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΥ ΟΡΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
Η αναγνώριση μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας για τους σλαβόφωνους πολίτες της ΠΓΔΜ ενέχει μια σειρά αρνητικών συνεπειών για την ελληνική κρατική κυριαρχία σε βάθος χρόνου. Η αναγνώριση μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας θα πραγματοποιηθεί αυτομάτως εφόσον στην ονομασία του κρατιδίου υφίσταται ο όρος Μακεδονία, έστω σε σύνθετη γεωγραφική ονομασία. Σύνθετη ονομασία σημαίνει αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας στον προσδιορισμό των πολιτών, άρα υπονόμευση της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας. Οποιαδήποτε εκδοχή μιας αντίστοιχης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό, όπως Άνω Μακεδονία ή Βόρειος Μακεδονία ή Горна Македонија στην σλαβική εκδοχή, δημιουργεί αυτομάτως δύο ζητήματα:
α. το ζήτημα της γεωγραφικής ολοκλήρωσης της έννοιας Μακεδονία.

β. το ζήτημα της ταύτισης της μακεδονικής ταυτότητας κατ’ εξοχήν με τον σλαβόφωνο πληθυσμό της ΠΓΔΜ.

Στην περίπτωση που προκριθεί ο όρος Νέα Μακεδονία, αυτομάτως προκαλείται εννοιολογική διασύνδεση τόσο με την ιστορική ταυτότητα της Μακεδονίας στην διάσταση του χρόνου, όσο και με την χωρική αναφορά του συνόλου της Μακεδονίας. Ένα κράτος, το οποίο ονομάζεται Νέα Μακεδονία, είναι σε θέση να λειτουργήσει ως φορέας προβολής αξιώσεων επί του συνόλου της Μακεδονίας στο πλαίσιο ενός εγχειρήματος εθνικής ενοποιήσεως σε ένα νέο κρατικό σύνολο. Η δημιουργία ενός πλαστού διπόλου Σλάβοι Μακεδόνες-Έλληνες Μακεδόνες, αποτελεί σύγχυση μεταξύ της χωρικής γεωγραφικής έννοιας και της πληθυσμιακής εθνοτικής έννοιας του όρου.
Σε περίπτωση αναγνώρισης μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας κατά άμεσο ή έμμεσο τρόπο από την ελληνική πλευρά, οι σλαβόφωνοι της ΠΓΔΜ θα αποτελούν την κύρια, διεθνώς αναγνωρισμένη μακεδονική εθνότητα και οι Μακεδόνες στην Βόρειο Ελλάδα θα συνιστούν την υποδιαίρεση. Πλέον οι Έλληνες θα είναι οι καπηλευτές μιας εθνικής ονομασίας ενός γειτονικού κράτους, σε μια πλήρη αντιστροφή όχι μόνο των πολιτικών, αλλά και των ιστορικών δεδομένων. Αν, δηλαδή, η έννοια της μακεδονικής ταυτότητας από περιφερειακή υποενότητα της ευρύτερης ελληνικής ταυτότητας ανανοηματοδοτηθεί ως αυτόνομη εθνική ταυτότητα, άμεση συνέπεια θα είναι η μονοπώληση της έννοιας του μακεδονισμού από το κράτος των Σκοπίων.
Σε επίπεδο διεθνούς αντίληψης και διακρατικών σχέσεων, ένα κράτος ταυτίζεται με μια εθνική ταυτότητα και είναι ο νομιμοποιημένος ιστορικός φορέας αυτής. Κράτος, το οποίο περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία, θα αποτελεί πλέον τον νομιμοποιημένο ιστορικό φορέα της μακεδονικής ταυτότητας. Η Ελλάδα, κράτος φορέας της ελληνικής ιστορικής ταυτότητας, θα προσλαμβάνεται ως διεκδικητής μιας εθνικής ετερότητας –της «μακεδονικής»- ακόμη και αν από κάθε άποψη η μακεδονική ταυτότητα έχει αποτελέσει στην μακρά ιστορική διάρκεια υποδιαίρεση της ελληνικής ταυτότητας. Η οικειοποίηση της μακεδονικής ταυτότητας ως κρατικής αναφοράς θα αποτελέσει τομή και θα δημιουργήσει νέο ιστορικό χρόνο σε βάρος της Ελλάδος με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Η κατοχύρωση της μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας από την σλαβική πληθυσμιακή συνιστώσα της ΠΓΔΜ συνεπάγεται την δυνατότητα διατύπωσης αξιώσεων για ύπαρξη εθνικής μειονότητας στην ελληνική επικράτεια. Εάν στο κρατίδιο υπάρχει μακεδονική εθνοτική ομάδα, η οποία επικαλείται συγγενικούς δεσμούς με τον σλαβόφωνο πληθυσμό της Βορείου Ελλάδος, ακραίοι κύκλοι των οποίων δηλώνουν «εθνοτικά Μακεδόνες», θα υπάρξει ανακίνηση μειονοτικού εθνοτικού ζητήματος σε βάρος της Ελλάδος. Ο όρος Μακεδονία θα έχει αρνητικές συνέπειες για την ελληνική κρατική κυριαρχία.
Η αναγνώριση μακεδονικής γλώσσας (makedonski), όπως ήδη προσδιορίζεται το σλαβογενές γλωσσικό ιδίωμα της ΠΓΔΜ, θα προκαλέσει οικειοποίηση της γλωσσικής και ιστορικής πλέον ταυτότητας της Μακεδονίας (αποκλειστικά ελληνικής) από το σλαβικό στοιχείο. Η σλαβική γλωσσική αναφορά της ΠΓΔΜ, μια τεχνητή διαμόρφωση από την Γιουγκοσλαβία τα έτη 1945-1991, είναι διάλεκτος της βουλγαρικής γλώσσας με ορισμένα δάνεια από την σερβική γλώσσα βάσει της έγκριτης γλωσσολογικής βιβλιογραφίας. Εάν, όμως, υφίσταται σύγχρονη ομιλούμενη μακεδονική γλώσσα και μακεδονική εθνότητα, προκαλείται αυτομάτως ο συσχετισμός του εν λόγω πληθυσμού τόσο με τον χώρο της Μακεδονίας εν γένει όσο και με τον ιστορικό χρόνο, με το ιστορικό παρελθόν της Μακεδονίας.
Η αντίληψη ότι υπάρχει μια αρχαία μακεδονική γλώσσα (ελληνική διάλεκτος) [Ancient Macedonian], αλλά επίσης μια νέα μακεδονική γλώσσα (σλαβογενής) [Modern Macedonian], συντελεί στην διαμόρφωση της άποψης ότι οι σλαβόφωνοι της ΠΓΔΜ αποτελούν, έστω εν μέρει, απογόνους των αρχαίων Μακεδόνων, άρα το κράτος της ΠΓΔΜ αποτελεί φορέα με θεμελιωμένα ιστορικά δικαιώματα στην περιοχή της Μακεδονίας (ακόμη και αν θεωρηθούν εκσλαβισμένοι απόγονοι). Η θέση αυτή δεν διαφέρει από τάσεις της ιστοριογραφίας, βάσει των οποίων οι σημερινοί Έλληνες [Modern Greeks] και η σημερινή ελληνική γλώσσα [Modern Greek] δεν σχετίζονται άμεσα παρά μέσω επισωρευτικών ιστορικών διαδικασιών εθνογένεσης με τους αρχαίους Έλληνες [Ancient Greeks ή απλώς Greeks] και την αρχαία ελληνική γλώσσα [Ancient Greek]. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια αντίληψη περί ιστορικής ταυτότητας, η οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί σε βάρος της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας.
Ακόμη και στην ελληνική επικράτεια, όπου υπάρχει μικρού μεγέθους ετερογενής σλαβικός γλωσσικός θύλακας, αυτός τείνει να εξαλειφθεί, καθώς το σλαβογενές ιδίωμα ενός ελαχίστου ποσοστού πολιτών της Ελλάδος στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας προσδιορίζεται ως γλώσσα χαμηλής βιωσιμότητας. Εάν όμως αναγνωρισθεί μακεδονική γλώσσα για το σλαβογενές (βουλγαρίζον) γλωσσικό ιδίωμα των σλαβόφωνων της ΠΓΔΜ, το σλαβογενές ιδίωμα στην Ελλάδα θα γνωρίσει αναβίωση με αρνητικές συνέπειες [9].
Αποδοχή του όρου Μακεδονία ή παραγώγων του θα έχει ως συνέπεια ένας γεωγραφικός όρος να μεταβληθεί σε εθνοτικό όρο, δηλαδή ο όρος Μακεδονία να συνδεθεί αυτομάτως με ένα «μακεδονικό» έθνος (μακεδονική εθνότητα, μακεδονική γλώσσα, Μακεδόνες πολίτες). Η καθιέρωση ενός μακεδονικού έθνους, ενός πληθυσμού-φορέως της πολιτικής ταυτότητας του μακεδονισμού, συνεπάγεται σε βάθος χρόνου την αποκλειστικότητα του όρου για τους σλαβόφωνους πλέον, και όχι για την Ελλάδα [10].
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΩΝ ΟΝΟΜΑΣΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΓΔΜ
Η ονομασία Republika Nova Makedonija (Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας) αποτελούν μαζί με την τελευταία προτεινομένη, τις χείριστες από τις προτεινόμενες ονομασίες:
α. Η ονομασία Νέα Μακεδονία συνεπάγεται σε εννοιολογικό επίπεδο την άμεση οικειοποίηση του ιστορικού παρελθόντος και του χώρου της Μακεδονίας. Ένα κράτος με την ονομασία Νέα Μακεδονία καταγράφεται αυτομάτως στην συνείδηση της διεθνούς κοινότητας ως ο νομιμοποιημένος ιστορικός φορέας ή ιστορικός διάδοχος της ιστορικής Μακεδονίας. Νέα Μακεδονία σημαίνει την μετεξέλιξη ενός πληθυσμού, ο οποίος αποτελεί δικαιωματικό ιστορικό φορέα μιας περιοχής, εδώ μάλιστα του συνόλου της Μακεδονίας [κατά τον ίδιο τρόπο η φράση Νέα Ελλάδα στην γενική αντίληψη προσλαμβάνεται ως αναβίωση της αρχαίας Ελλάδας].
β. Αντίστοιχες ονομασίες περιοχών, όπως Νέα Αγγλία στο βορειοανατολικό τμήμα των ΗΠΑ ή Νέα Γαλλία (αρχική ονομασία των γαλλόφωνων κτήσεων του Καναδά) αφορούν σήμερα τμήμα ενός κράτους με άλλη ονομασία, τα οποία δεν χαρακτηρίζονται από γεωπολιτική αντιπαλότητα (ΗΠΑ-Μεγάλη Βρετανία και Καναδάς-Γαλλία), αλλά από άριστες σχέσεις. Οι τελευταίες, άλλωστε, βασίζονται στην κοινή ιστορική κληρονομιά των περιοχών προέλευσης και των εν λόγω περιοχών (ΗΠΑ και γαλλόφωνος Καναδάς ιδρύθηκαν από Άγγλους και Γάλλους εποίκους αντιστοίχως).
γ. Ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ταυτοτικός από τον σλαβόφωνο πληθυσμό, προσδιορίζοντας μακεδονικό έθνος (μακεδονική εθνότητα, μακεδονική γλώσσα, Μακεδόνες πολίτες).
Οι ονομασίες Republika Severna Makedonija (Δημοκρατία της Βορείου Μακεδονίας) και Republika Gorna Makedonija (Δημοκρατία της Άνω Μακεδονίας) είναι παραπλήσιες και περιέχουν γεωγραφικό προσδιορισμό, ο οποίος αντιδιαστέλλει την επικράτεια της ΠΓΔΜ από την ελληνική επικράτεια.
α. Η έννοια της Βορείου ή Άνω Μακεδονίας συνεπάγεται την δυνατότητα προβολής ενός προπαγανδιστικού εγχειρήματος εδαφικής ολοκληρώσεως της νοητής ενότητας της Μακεδονίας σε βάρος της ελληνικής επικρατείας.
β. Ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ταυτοτικός από τον σλαβόφωνο πληθυσμό, προσδιορίζοντας μακεδονικό έθνος (μακεδονική εθνότητα, μακεδονική γλώσσα, Μακεδόνες πολίτες).
Η ονομασία Republika Vardarska Makedonija (Δημοκρατία της Μακεδονίας του Βαρδάρη) περιέχει γεωγραφικό προσδιορισμό.
α. Ο ποταμός Αξιός/Βαρδάρης δεν ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στην ΠΓΔΜ, αλλά οι εκβολές του απαντούν στον Θερμαϊκό Κόλπο, παραπλεύρως της εμβληματικής στην σλαβική προπαγάνδα πόλεως της Θεσσαλονίκης. Η έννοια Μακεδονία του Βαρδάρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προβολή ισχύος σε εδάφη, τα οποία διασχίζει ο Αξιός και μάλιστα στην Θεσσαλονίκη.
β. Ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ταυτοτικός από τον σλαβόφωνο πληθυσμό, προσδιορίζοντας μακεδονικό έθνος (μακεδονική εθνότητα, μακεδονική γλώσσα, Μακεδόνες πολίτες).
Η ονομασία Republika Makedonija (Skopje) (Δημοκρατία της Μακεδονίας-Σκόπια) αποτελεί την χείριστη μεταξύ των προτεινομένων, καθώς η διαφοροποίηση με την συνταγματική ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» έγκειται απλώς στην παράθεση της πρωτεύουσας του κρατιδίου.
α. Η ονομασία Δημοκρατία της Μακεδονίας-Σκόπια συνεπάγεται ότι το κράτος αυτό είναι ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος της ιστορικής Μακεδονίας και της μακεδονικής ταυτότητας.
β. Η ονομασία συνεπάγεται την δυνατότητα προβολής ενός προπαγανδιστικού εγχειρήματος εδαφικής ολοκληρώσεως της νοητής ενότητας της Μακεδονίας σε βάρος της ελληνικής επικρατείας.
γ. Ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ταυτοτικός από τον σλαβόφωνο πληθυσμό, προσδιορίζοντας μακεδονικό έθνος (μακεδονική εθνότητα, μακεδονική γλώσσα, Μακεδόνες πολίτες).
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΡΑΤΙΚΟΥ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΠΓΔΜ
Στοιχεία επεκτατισμού και νοητού εθνικιστικού αλυτρωτισμού εξακολουθούν να παραμένουν στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ ακόμη και σήμερα, μετά την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 [11]. Στο Προοίμιο εξακολουθεί να υφίσταται αναφορά στις ιστορικές, όπως προσδιορίζονται, «αποφάσεις της Αντιφασιστικής Λαϊκής Συνελεύσεως για την Απελευθέρωση της Μακεδονίας». Η συνέλευση, η οποία συγκλήθηκε στις 2 Αυγούστου 1944, εξέδωσε κείμενο καταστατικών αρχών, στο οποίο εκφραζόταν η ελπίδα για την «ένωση ολόκληρου του μακεδονικού λαού», δηλαδή για την ολοκλήρωση της λεγομένης γεωγραφικής Μακεδονίας, με την ένωση με την λεγομένη «Μακεδονία του Αιγαίου». Η επίκληση των αποφάσεων της Αντιφασιστικής Λαϊκής Συνελεύσεως για την Απελευθέρωση της Μακεδονίας στο ισχύον Σύνταγμα της ΠΓΔΜ αποτελεί σαφή αναφορά επεκτατικού χαρακτήρα, καθώς παραπέμπει στην απόπειρα εδαφικής ολοκληρώσεως μιας νοητής ενότητας, της «Μακεδονίας», η οποία είχε διαιρεθεί ανάμεσα σε τρία κράτη: Την Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα και την Βουλγαρία. Στην Τροποποίηση (iv) η αναφορά στις «αποφάσεις της Αντιφασιστικής Λαϊκής Συνελεύσεως για την Απελευθέρωση της Μακεδονίας» έχει διατηρηθεί αυτούσια.
Το Άρθρο 3 του ισχύοντος Συντάγματος της ΠΓΔΜ αναφέρει: «Η επικράτεια της Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι αδιαίρετη και αναπαλλοτρίωτη. Τα υφιστάμενα σύνορα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι απαραβίαστα. Τα σύνορα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι δυνατόν να μεταβληθούν μόνο σε συμφωνία με το Σύνταγμα». Η αναφορά σε δυνητική μεταβολή των συνόρων σε συμφωνία με το Σύνταγμα αποτελεί ασθενή, αλλά υπαρκτή αναφορά στο Προοίμιο, το οποίο επικαλούμενο τις αποφάσεις παραπέμπει στην έννοια της ολοκλήρωσης της Μακεδονίας, και στο Άρθρο 49, το οποίο αναφέρεται σε μέλη του «μακεδονικού λαού, τα οποία διαβιούν σε γειτονικές χώρες».
Επ’ αυτού, στην τελευταία αναθεώρηση έγινε μια προσθήκη (Addendum i) όπου αναφέρονται: «1. Η Δημοκρατία της Μακεδονίας δεν διατηρεί εδαφικές αξιώσεις έναντι οιουδήποτε γειτονικού κράτους. 2. Τα σύνορα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας είναι δυνατόν να αλλάξουν μόνο σε συμφωνία με το Σύνταγμα και την αρχή της ελεύθερης βούλησης, καθώς και σε συμφωνία με τις διεθνώς αποδεκτές νόρμες». Η αναφορά αυτή αποτελεί ουσιαστικά περίτεχνη παραπομπή στο καθεστώς του Κοσσόβου. Έχοντας προηγουμένως θεμελιώσει ως συνταγματική αρχή την ύπαρξη μελών του «μακεδονικού λαού» (македонскиот народ) σε γειτονικές χώρες, η ΠΓΔΜ θεωρεί ότι θα μπορέσει στο μέλλον να επικαλεστεί καταπίεση των μελών του «μακεδονικού λαού» και δυνητική αλλαγή συνόρων. Η αναφορά όχι στο Διεθνές Δίκαιο, αλλά σε «διεθνώς αποδεκτές νόρμες» αποτελεί προσεκτικά διατυπωμένη θέση για την δυνητική μεταβλητότητα των συνόρων. Οι σλαβόφωνοι της ΠΓΔΜ δεν επικαλούνται το Διεθνές Δίκαιο, αλλά χρησιμοποιούν μια ασαφή ορολογία περί αποδεκτών νορμών, η οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί κατά το δοκούν.
Στο Άρθρο 49 του Συντάγματος αναφέρεται: «Η Δημοκρατία μεριμνά για το καθεστώς και τα δικαιώματα των προσώπων, τα οποία ανήκουν στον μακεδονικό λαό σε γειτονικές χώρες, καθώς και για τους εκπατρισθέντες σε άλλα κράτη Μακεδόνες, συνδράμει στην πολιτιστική τους ανάπτυξη και προάγει τους δεσμούς με αυτούς. Η Δημοκρατία μεριμνά για τα πολιτιστικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών της Δημοκρατίας στο εξωτερικό».
Η αναφορά για πρόσωπα, τα οποία «ανήκουν στον μακεδονικό λαό σε γειτονικές χώρες» αποσκοπεί αποκλειστικώς στην καλλιέργεια της αντίληψης για ύπαρξη «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας στην Ελλάδα, εννοώντας τους σλαβόφωνους Έλληνες πολίτες της Δυτικής Μακεδονίας (νομοί Φλώρινας και Καστοριάς). Εάν το άρθρο αναφερόταν γενικά σε πολίτες της ΠΓΔΜ, οι οποίοι διαβιούν στο εξωτερικό, δεν θα υπήρχε η συγκεκριμένη αναφορά σε «γειτονικές χώρες» και θα αρκούσε για την εννοιολογική διατύπωση του άρθρου η τελευταία φράση «Η Δημοκρατία μεριμνά για τα πολιτιστικά, οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών της Δημοκρατίας στο εξωτερικό». Επ’ αυτού, στην τελευταία αναθεώρηση έγινε μια προσθήκη (Addendum ii) όπου αναφέρεται ότι «στην άσκηση αυτής της μέριμνας η Δημοκρατία δεν θα παρεμβαίνει στα κυριαρχικά δικαιώματα άλλων κρατών ή στις εσωτερικές υποθέσεις τους». Ωστόσο αντί να αλλάξει η επίμαχη διάταξη του Άρθρου 49, απλώς γίνονται ερμηνευτικές τροποποιήσεις.
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΓΔΜ
Σε γεωστρατηγικό επίπεδο η αναγνώριση μακεδονικής ταυτότητας συνεπάγεται την δυνατότητα προβολής ισχύος εκ μέρους ενός σλαβικού κράτους με αντικειμενικό σκοπό την επιρροή έως το Αιγαίο Πέλαγος. Ένα σλαβικό κράτος στα βόρεια σύνορα της Ελλάδος μπορεί να προβάλλει ισχύ σε βάρος της ελληνικής επικράτειας με κύριο άξονα την κοιλάδα του ποταμού Αξιού, το πλέον αδύναμο από στρατηγικής απόψεως σημείο της ηπειρωτικής επικράτειας της Ελλάδος. Σε βάθος χρόνου, η θεμελίωση μακεδονικής ταυτότητας είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί από δύο δρώντες, όπως άλλωστε έχει συμβεί στο ιστορικό παρελθόν:
α. την σλαβική Σερβία.

β. την σλαβική Βουλγαρία.

Σήμερα η Σερβία διατηρεί την παλαιά πολιτική της υπό το ψυχροπολεμικό κέλυφος της Γιουγκοσλαβίας, καθώς εξακολουθεί να επιδιώκει την παράταση της διακριτής μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας για τον σλαβόφωνο πληθυσμό της ΠΓΔΜ. Σταθερή γεωστρατηγική επιδίωξη της Σερβίας είναι η απόσπαση του σλαβόφωνου πληθυσμού της ΠΓΔΜ από την επιρροή της Βουλγαρίας, του άλλου σλαβικού κράτους στην περιοχή.
Η Βουλγαρία διατηρεί αμφίθυμη σχέση με την ΠΓΔΜ, καθώς δεν αναγνωρίζει μακεδονική εθνική ταυτότητα, αλλά θεωρεί τους σλαβόφωνους Μακεδόνες ως Βούλγαρους οι οποίοι διαμένουν στην ΠΓΔΜ. Η επέκταση της επιρροής της Βουλγαρίας προς τα δυτικά αποτελεί αρνητική επιρροή για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Η προσέγγιση ΠΓΔΜ και Βουλγαρίας έχει επιταθεί τα τελευταία έτη, με χαρακτηριστική την υπογραφή διμερών συμφωνιών πολύπλευρης συνεργασίας. Σύμφωνα με στοιχεία των βουλγαρικών αρχών 86.000 σλαβόφωνοι πολίτες της ΠΓΔΜ έχουν αποκτήσει την βουλγαρική ιθαγένεια [12]. Σήμερα η Βουλγαρία έχει αποστασιοποιηθεί από την ρωσική επιρροή εντασσόμενη στο φιλο-ατλαντικό στρατόπεδο. Η διαφορά ισχύος μεταξύ της Ελλάδος και της Βουλγαρίας σε στρατιωτικό, οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο ευνοεί σαφώς την ελληνική πλευρά, όμως η αναγνώριση μακεδονικής σλαβικής ταυτότητας είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί στο μέλλον από την Βουλγαρία σε βάρος της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας. Τμήμα του βουλγαρικού πληθυσμού στο δυτικό τμήμα της χώρας χρησιμοποιεί τον όρο «Μακεδόνες» ως προσδιοριστικό της βουλγαρικής του ταυτότητας [13].
Η Αλβανία, το άλλο μη σλαβικό κράτος στην περιοχή, δεν μπορεί να προβάλλει στρατηγική ισχύ σε βάρος της Ελλάδος λόγω της διαμορφώσεως των γεωφυσικών δεδομένων στην Ήπειρο και την Δυτική Μακεδονία. Αλβανία και Ελλάδα είναι τα δύο μη σλαβικά κράτη στα Νότια Βαλκάνια, τα οποία ως εκ τούτου δεν υπόκεινται στην δυνητική ταύτιση με την σλαβική Ρωσία, τον κύριο αντίπαλο των δυτικών θαλασσίων δυνάμεων.
Η ύπαρξη της ΠΓΔΜ ευνοεί τα ελληνικά κρατικά συμφέροντα, διότι:
α. απομακρύνει την Σερβία από τα ελληνικά σύνορα, δημιουργώντας μια ενδιάμεση ανασχετική ζώνη.

β. απομακρύνει την Βουλγαρία από τα ελληνικά σύνορα στο πλέον αδύναμο στρατηγικό σημείο της Ελλάδος, την κοιλάδα του Αξιού.

Στρατηγικό συμφέρον της Ελλάδος είναι η ύπαρξη πολλών, σχετικώς αδύναμων κρατών στα βόρεια σύνορά της έναντι των οποίων η Ελλάς θα διατηρεί αμυντική, οικονομική και διπλωματική υπεροχή. Η ύπαρξη τριών κρατών στα βόρεια σύνορά μας είναι προτιμότερη από την ύπαρξη δύο συμπαγών κρατών, μιας Ευρύτερης Αλβανίας και μιας Ευρύτερης Βουλγαρίας. Ωστόσο η παρατήρηση αυτή δεν συνεπάγεται την αναγκαιότητα αναγνώρισης μακεδονικής ταυτότητας ως ενοποιητικού στοιχείου της ΠΓΔΜ, διότι η μακεδονική ταυτότητα δεν είναι πλέον αποδεκτή από το σύνολο του πληθυσμού της ΠΓΔΜ και δη από τον σταθερά αυξανόμενο αλβανόφωνο πληθυσμό.
Ενδεχόμενη είσοδος της ΠΓΔΜ σε συλλογικά θεσμικά πλαίσια, όπως το ΝΑΤΟ ή η ΕΕ, συνεπάγεται την αναίρεση του υφισταμένου γεωστρατηγικού πλεονεκτήματος της Ελλάδος έναντι του κράτους αυτού. Η εξέλιξη αυτή διαπιστώνεται ήδη σε ορισμένο βαθμό στην αντίστοιχη περίπτωση της Αλβανίας. Η ένταξη της Αλβανίας στο ΝΑΤΟ δεν αναίρεσε την εχθρική στάση της Αλβανίας έναντι της Ελλάδος στο ζήτημα της οριοθέτησης της ΑΟΖ στο Ιόνιο Πέλαγος ή στο ζήτημα της προστασίας των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας της Βορείου Ηπείρου.
Ενδεχόμενη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ θα σημάνει την διαμόρφωση ενός άξονα δύο σλαβικών κρατών (Βουλγαρίας-ΠΓΔΜ) ή στην ακόμη πιθανότερη περίπτωση ενός συμβιβασμού επιρροής μεταξύ Βουλγαρίας και Αλβανίας εντός του ΝΑΤΟ με πεδίο την ΠΓΔΜ το απευκταίο για την Ελλάδα σενάριο ενός οριζοντίου άξονα Τιράνων-Κοσυφοπεδίου-διεθνοτικής ΠΓΔΜ-Βουλγαρίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα διαμορφωθεί ένα σύμπλοκο κρατών εντός του ΝΑΤΟ, στο οποίο θα προστεθεί και η Τουρκία ως το ισχυρότερο κράτος της ευρύτερης περιοχής (Αλβανία-ΠΓΔΜ-Βουλγαρία-Τουρκία).
Η ύπαρξη ισλαμικών τουρκόφωνων πληθυσμών στην ΠΓΔΜ και την Βουλγαρία θα σηματοδοτήσει μια πρόσθετη αρνητική διάσταση, την δυνατότητα προβολής τουρκικής ισχύος στον ανωτέρω οριζόντιο άξονα, ο οποίος θα περιβάλλει ασφυκτικά την Ελλάδα από το Ιόνιο έως την Ανατολική Μεσόγειο. Στην ΠΓΔΜ υπάρχει αναγνωρισμένη τουρκική μειονότητα, η οποία βάσει της εθνικής απογραφής του 2001 αριθμεί 80.000 μέλη (3,9% του πληθυσμού). Η Τουρκία διατηρεί ισχυρή πολιτισμική και διπλωματική παρουσία στην ΠΓΔΜ, κυρίως με την χρηματοδότηση προς την μειονότητα από το Τουρκικό Ίδρυμα Συνεργασίας και Συντονισμού (ΤΙΚΑ) [κατασκευή σχολείων εκμάθησης της τουρκικής γλώσσας, συντήρηση οθωμανικών μνημείων και τεμενών για την υπόμνηση της τουρκικής ιστορικής παρουσίας ως πλαισίου ενοποιητικής σταθερότητας στην περιοχή, χορήγηση κρατικών υποτροφιών στον μαθητικό πληθυσμό].
Η οπτική των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ δεν στρέφεται κατ’ ανάγκη κατά των ελληνικών εθνικών συμφερόντων. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν την ένταξη της ΠΓΔΜ, ώστε να την αποσπάσουν από την ρωσική επιρροή, η οποία προβαλλόταν τα προηγούμενα έτη είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω Σερβίας στον σλαβόφωνο πληθυσμό. Ο σλαβόφωνος πληθυσμός της ΠΓΔΜ θεωρείται υποκείμενος στην ρωσική επιρροή και ως εκ τούτου επιδιώκεται η ένταξή του στις υπερατλαντικές θεσμικές δομές. Ο μη σλαβικός αλβανόφωνος πληθυσμός θεωρείται πιο αξιόπιστος για τα δυτικά συμφέροντα σε σχέση με τον σλαβόφωνο πληθυσμό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ΗΠΑ επιδιώκουν την άτυπη ενοποίηση του σλαβόφωνου πληθυσμού της ΠΓΔΜ με τον σλαβόφωνο πληθυσμό της Βουλγαρίας και την ενοποίηση του αλβανόφωνου πληθυσμού της ΠΓΔΜ με τον αλβανόφωνο πληθυσμό της Αλβανίας.
Ενδεχόμενη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ κατά τις ΗΠΑ:
α. θα αναιρέσει την αντιπαλότητα του σλαβόφωνου και του αλβανόφωνου πληθυσμού στο εσωτερικό της ΠΓΔΜ.

β. θα συμβάλει στην ακεραιότητα της ΠΓΔΜ ως διακριτής κρατικής οντότητας.
γ. θα παγιώσει την ανασχετική ζώνη αποκλεισμού της Ρωσίας από τα Βαλκάνια, ολοκληρώνοντας την διαδικασία, η οποία σηματοδοτήθηκε με την ένταξη της Κροατίας και του Μαυροβουνίου, της Αλβανίας και της Βουλγαρίας στο ΝΑΤΟ. Οι ΗΠΑ θα είναι σε θέση να σφραγίσουν τον άξονα Αδριατικής Θάλασσας-Μαύρης Θάλασσας αποκλείοντας πλήρως την ρωσική προβολή ισχύος στην περίμετρο της Βαλκανικής Χερσονήσου.

Η οπτική των ΗΠΑ θυμίζει την αντίστοιχη κατανόηση του Κυπριακού την δεκαετία του 1960: Οι ΗΠΑ επεδίωκαν την ένταξη της διεθνοτικής Κύπρου στο ΝΑΤΟ, ώστε να αναιρέσουν την αντιπαράθεση των δύο μελών του ΝΑΤΟ στην Νοτιοανατολική Πτέρυγα, της Ελλάδος και της Τουρκίας. Στο πλαίσιο αυτό οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν τις ελληνικές ανησυχίες για την ονομασία της ΠΓΔΜ ως δευτερεύουσας σημασίας, καθώς θεωρούν ότι οι ίδιες ως ηγεμονικό κράτος θα είναι σε θέση να παρεμβαίνουν για την διευθέτηση ενδεχομένων διαφορών μεταξύ Ελλάδος και αναγνωρισμένης Νέας/Βόρειας Μακεδονίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται για την είσοδο της ΠΓΔΜ ως κρατικής οντότητας, όχι για την μακεδονική ταυτότητα απαραιτήτως. Άλλες, ουδέτερες ονομασίες, όπως Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία ή Νότιος Βαλκανική Δημοκρατία, θα ήταν αποδεκτές, εφόσον διασφαλίζουν την ισορροπία μεταξύ των δύο κυρίων πληθυσμιακών συνιστωσών του κράτους, οι οποίες συναρτώνται με παρακείμενα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ (Αλβανία και Βουλγαρία).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΥΛΑΕΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, ΟΧΙ ΤΟ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ
Η Ελλάδα ως ιστορικός φορέας της μακεδονικής ιστορικής παραμέτρου είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να αναγνωρίσει στην ΠΓΔΜ μακεδονική ταυτότητα. Η μακεδονική σλαβική ταυτότητα έχει λειτουργήσει σε βάρος της Ελλάδος το 1912-1913, το 1941-44 με την βουλγαρική κατοχή και το 1946-1949, όταν το 30-50% των ανταρτών του ΔΣΕ ήταν σλαβόφωνοι που επεδίωκαν ενιαία Μακεδονία με έξοδο στο Αιγαίο, στηριζόμενοι από τα σλαβικά κράτη: Την Γιουγκοσλαβία (έως το 1948) και την Βουλγαρία και την ΕΣΣΔ συνεχώς. Ο χρόνος κυλάει υπέρ της Ελλάδος, διότι η επίπλαστη μακεδονική ταυτότητα των σλαβόφωνων της ΠΓΔΜ θα αναιρεθεί σε βάθος χρόνου.
Η ΠΓΔΜ έχει μεταβάλλει τις θέσεις της σε βάθος χρόνου υποχωρώντας από την αρχική αδιάλλακτη στάση της την δεκαετία του 1990 χάρις σε έναν εξωτερικό και έναν εσωτερικό παράγοντα. Ο εξωτερικός παράγοντας είναι η ισχυρή πίεση, την οποία δέχθηκε από την Ελλάδα τα έτη 1991-1995, ιδίως μετά την κήρυξη του οικονομικού αποκλεισμού των ετών 1994-1995, αλλά και λόγω της σταθερής άρνησης της Ελλάδος εδώ και 17 έτη να αναγνωρίσει όνομα το οποίο θα περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία ή οποιαδήποτε παράγωγά του. Ο εσωτερικός παράγοντας είναι η αύξηση του σχετικού ποσοστού του αλβανόφωνου πληθυσμού και η διαίρεση του σλαβόφωνου πληθυσμού σε ιδεολογικό επίπεδο σε βουλγαρόφρονες και «μακεδονιστές», οπαδούς της αυτόνομης μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας.
Το ποσοστό του αλβανόφωνου πληθυσμού διευρύνεται σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες (1971: σλαβόφωνοι 69,3%, αλβανόφωνοι 17.0%, 1991: σλαβόφωνοι 65,3%, αλβανόφωνοι 21,7%, 2002: σλαβόφωνοι 64,2%, αλβανόφωνοι 25,2%, σήμερα [εκτίμηση]: σλαβόφωνοι 60%, αλβανόφωνοι 30%) [14]. Η τελευταία εθνική απογραφή πληθυσμού πραγματοποιήθηκε το 2001, ενώ έκτοτε δεν δημοσιεύθηκαν νέα στατιστικά στοιχεία, καθώς η περαιτέρω αύξηση του σχετικού ποσοστού του αλβανόφωνου πληθυσμού θα συμβάλει στην υποβολή νέων αξιώσεων εκ μέρους των αλβανόφωνων. Οι προτεινόμενες ονομασίες για την ΠΓΔΜ πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους την ανερχόμενη δημογραφική δυναμική του αλβανόφωνου στοιχείου.
Βάσει των δημογραφικών προβολών το ποσοστό των αλβανόφωνων θα ανέλθει τις επόμενες δεκαετίες στο 35-40%, με συνέπεια την μετεξέλιξη της ΠΓΔΜ σε συνομοσπονδιακό διεθνοτικό κράτος. Η ΠΓΔΜ έχει ήδη εξελιχθεί από αμιγές «μακεδονικό»/σλαβόφωνο κράτος (έτη 1991-2001) σε άτυπο διεθνοτικό πρωτο-συνομοσπονδιακό σλαβο-αλβανικό κράτος βάσει των Συμφωνιών της Αχρίδος του 2001, οι οποίες ακολούθησαν τις διεθνοτικές ταραχές σλαβόφωνων-αλβανόφωνων.
Η «έσχατη ταυτότητα» του κυρίαρχου σλαβόφωνου πληθυσμού της ΠΓΔΜ είναι η σλαβική, όχι η μακεδονική. Έσχατη ταυτότητα ενός πληθυσμού είναι το πλαίσιο αναφορών, το οποίο ο εν λόγω πληθυσμός επικαλείται στην απόπειρα διατήρησης της αυτόνομης ύπαρξής του έναντι ετερογενών απειλών. Η διαμόρφωση μιας ταυτότητας είναι κατ’ εξοχήν αντιστικτική διαδικασία, καθώς η ταυτότητα προσδιορίζεται εξ ορισμού σε σχέση με μια ετερότητα, ιδίως με έναν εθνικό αντίπαλο [15]. Η κύρια απειλή για τον σλαβόφωνο πληθυσμό της ΠΓΔΜ είναι η αύξηση του σχετικού ποσοστού του αλβανόφωνου πληθυσμού βάσει ενός διλήμματος δημογραφικής ασφάλειας [16]. Στο μέλλον η «μακεδονική» ταυτότητα θα εκφράζει απλώς μία πληθυσμιακή συνιστώσα του κράτους της ΠΓΔΜ, η οποία θα καθίσταται ολοένα και μικρότερη στο γενικό ποσοστό του πληθυσμού. Άρα ο χρόνος κυλάει σε βάρος των μαξιμαλιστών οπαδών του «μακεδονικού» ιδεολογήματος, όχι της Ελλάδος.
Οι σλαβόφωνοι της ΠΓΔΜ διαμορφώνουν την ταυτότητά τους πλέον όχι σε διακρατικό επίπεδο, σε σχέση με την Ελλάδα, αλλά σε ενδοκρατικό επίπεδο, σε σχέση με το αλβανόφωνο στοιχείο. Στο πλαίσιο αυτό η μακεδονική ταυτότητα των σλαβόφωνων δεν προσφέρει αντιστικτική ισχύ προς τους αλβανόφωνους, μόνο η σλαβική ταυτότητα το πράττει αυτό. Η μακεδονική ταυτότητα επίσης δεν βασίζεται σε χωρική αυτονομία, καθώς η Μακεδονία ως γεωγραφική περιοχή δεν διαθέτει αυτονομία και ανήκει μάλιστα κατ’ εξοχήν στην Ελλάδα.
Στο Βουκουρέστι, το 2008, η Ελλάδα προέβη σε έναν τακτικό ελιγμό ώστε να αποσοβήσει την εξωτερική πίεση των ΗΠΑ, κι όχι σε μια στρατηγική επιλογή η οποία θα πρέπει να την δεσμεύει αναγκαστικώς ες αεί. Η άρνηση της ΠΓΔΜ να τροποποιήσει την συνταγματική της ονομασία ή εν γένει την χρήση του όρου Μακεδονία ήταν ακόμη δεδομένη το 2008. Πλέον, καθώς οι σλαβόφωνοι ζητούν σύνθετη ονομασία σε επίπεδο κρατικής ονομασίας, αλλά όχι σε επίπεδο εθνοτικού προσδιορισμού, η Ελλάδα μπορεί να επαναλάβει την θέση του 1992 και επίσημη γραμμή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για μη χρήση του όρου Μακεδονία και παραγώγων αυτού και να προβεί σε μια νέα πρόταση για την ονομασία του γειτονικού κράτους.
Προτάσεις, οι οποίες προασπίζουν τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και ενέχουν μετριοπαθή διεθνή διάσταση, είναι η ονομασία Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία (Central Balkan Republic) και η ονομασία Νότιος Βαλκανική Δημοκρατία (South Balkan Republic) [17]. Οι ονομασίες Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία και Νότιος Βαλκανική Δημοκρατία αποτελούν αξιακώς ουδέτερες προτάσεις, οι οποίες ικανοποιούν όχι μόνον τις δύο κυρίαρχες εθνοτικές συνιστώσες του πληθυσμού της ΠΓΔΜ –σλαβόφωνους και αλβανόφωνους- αλλά και τις μικρότερες εθνοτικές και γλωσσικές συνιστώσες, όπως τους τουρκόφωνους (3,9%) και τους Ρομά (2,7%).
Εν είδει καταληκτικών παρατηρήσεων θα αναφερθεί ένας παραλληλισμός σε επίπεδο Διεθνών Σχέσεων για την διαλεύκανση των στρατηγικών επιπτώσεων του ζητήματος: Η περίπτωση του Ισραήλ και των Αράβων Παλαιστινίων. Οι δύο περιπτώσεις παρουσιάζουν αντιστοιχία σε ορισμένο βαθμό, καθώς επήλυδες πληθυσμοί (Σλάβοι-Άραβες), οι οποίοι ανήκουν σε ευρύτερα πληθυσμιακά σύνολα (σλαβική ομογλωσσία, αραβική εθνότητα), οικειοποιούνται έναν γεωγραφικό όρο (Μακεδονία-Παλαιστίνη) ως εθνοτικό προσδιορισμό για θεμελίωση κυριαρχικής πολιτικής αξιώσεως επί του συνόλου της περιοχής. Εάν το Ισραήλ αναγνώριζε κράτος με αραβικό πληθυσμό, το οποίο θα έφερε την ονομασία Ιουδαία ή Πλήρης Παλαιστίνη ή Παλαιστίνη (εννοώντας, όπως η ισλαμιστική οργάνωση Χαμάς, και τα εδάφη του Ισραήλ), θα υπονόμευε την κρατική του κυριαρχία.
Εν γένει, η αναγνώριση μακεδονικής εθνοτικής ταυτότητας ή μακεδονικής γλωσσικής ταυτότητας ως άμεσες ή έμμεσες συνέπειες της σύνθετης γεωγραφικής ονομασίας, υπονομεύουν την ελληνική κρατική κυριαρχία σε βάθος χρόνου.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
*Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος Απριλίου – Μαΐου 2018 (αρ.51) του Foreign Affairs The Hellenic Edition, δηλαδή πριν την υπογραφή της συμφωνίας του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τον ομόλογό του της πΓΔΜ, Ζόραν Ζάεφ, με την οποία οι δύο πλευρές συμφωνούν στην ονομασία «Βόρεια Μακεδονία» και με την οποία ο Έλληνας πρωθυπουργός και ο υπ. Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιάς, αποδίδουν «μακεδονική» εθνότητα και γλώσσα στην πΓΔΜ, διάφορη της ελληνικής.
[1] U.S. State Department, Foreign Relations vol. vii, Washington, D.C. Circular Airgram (868.014/26 Dec. 1944).

[3] R.M. Wilkinson, Maps and Politics: A Review of the Ethnographic Character of Macedonia, Liverpool University Press, Liverpool 1951.
[4] Ευ. Λιβιεράτος, «Η χαρτογραφική τοποθέτηση του τοπωνυμίου Μακεδονία», στο Γ. Στεφανίδης, Β. Βλασίδης & Ευ. Κωφός (επιμ.), Μακεδονικές ταυτότητες στο χρόνο: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, Πατάκης, Αθήνα 2008, 17-47.
[5] Ευ. Λιβιεράτος, «Εθνογραφικές απεικονίσεις της Μακεδονίας του 19ου αι.: θύματα ή θύτες της χαρτογραφίας;», στο Ι. Μιχαηλίδης (επιμ.) Χαρτογραφώντας τη Μακεδονία 1870-1930, Δημοτική Πινακοθήκη – Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα – Εθνική Χαρτοθήκη, Θεσσαλονίκη 2004, 91-106.
[6] Ευ. Κωφός, «Όρια και διοικητική διαίρεση Μακεδονίας», στο Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΓ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, 378-9.
[7] B. Opfer, Im Schatten des Krieges: Besatzung oder Anschluss – Befreiung oder Unterdrückung? ; Eine komparative Untersuchung über die bulgarische Herrschaft in Vardar-Makedonien 1915-1918 und 1941-1944, LIT Verlag, Münster 2005, 16-17.
[8] Conference de Constantinople. Reunions Préliminaires. Compte rendu No. 8. Scéance du 21 décembre 1876. Annexe III Bulgare. Règlement organique.
[9] Ε. Σελλά-Μάζη, Διγλωσσία, εθνική ταυτότητα και μειονοτικές γλώσσες, Λειμών, Αθήνα 2016, 246-73.
[10] Α. Σταλίδης, «10 μύθοι και αλήθειες για το ζήτημα του ονόματος «Μακεδονία», Αντίβαρο 21/2/2018, http://www.antibaro.gr/article/18704
[11] http://www.sobranie.mk/WBStorage/Files/UstavnaRmizmeni.pdf (σλαβόγλωσση εκδοχή) και http://www.wipo.int/edocs/lexdocs/laws/en/mk/mk014en.pdf (αγγλόγλωσση εκδοχή).
[15] Ι.Ε. Κωτούλας, Μετανάστευση και κυρίαρχη εθνική κουλτούρα: Θρησκεία, πολιτική, πολυπολιτισμικότητα, Παπαζήσης, Αθήνα 2011, 77-8.
[16] C. Leuprecht, ‘The Demographic Security Dilemma’, Yale Journal of International Affairs 5:2 (Spring-Summer 2010), 60.
[17] Η ονομασία Κεντρική Βαλκανική Δημοκρατία προτάθηκε από τον Ιωάννη Θ. Μάζη, Καθηγητή Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής του ΕΚΠΑ. Βλ. Ι.Θ. Μάζης, «Η γεωπολιτική των ρωσο-αμερικανικών ενεργειακών ανταγωνισμών», Foreign Affairs Hellenic Edition 48 (10-11/2017), 64-81.

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.

All rights reserved.

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου