Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Ο Μαρξ και ο Έγκελς, δεν είχαν καμία σχέση με τις αηδίες που τους αποδίδουν οι νεοταξίτες του "διεθνισμού"

Η εθνική ιστορία αντιμετωπίζεται συχνά ως μια κατασκευασμένη ιστορία, ως μύθος που στόχευε στη συγκρότηση της εθνικής συνείδησης κατά τον 19ο αιώνα... 

Αποτέλεσμα εικόνας για εθνεγερσιατου ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΔΙΑΜΑΝΤΗ

Το πνεύμα του τρέχοντος διεθνισμού των αγορών έρχεται έτσι εκ των υστέρων να τακτοποιήσει τις ιστορικές εκκρεμότητες και να φωτίσει το μέλλον, αποδεχόμενο φυσικά από το παρελθόν μόνον ό,τι μπορεί να μπει στο δικό του καλούπι.
Ανάμεσα στα 1780 και 1850 καταρρέουν οι ευρωπαϊκές δυναστείες και διαμορφώνεται ο καινούργιος χάρτης των συνταγματικών εθνικών κρατών, που ισχύει σχεδόν μέχρι σήμερα. Σ’ αυτή την κοσμογονία η Eλλάδα κατέχει κεντρική θέση, αφού έδωσε το πιο ισχυρό παράδειγμα αναβίωσης ενός εθνικού παρελθόντος. Tο ελληνικό έθνος ήρθε έτσι εκ νέου -μετά την αρχαιότητα και τη βυζαντινή χιλιετία- στο προσκήνιο της ιστορίας.
Τα συνηθέστερα λάθη που παρατηρούνται συχνά είναι η ταύτιση της εθνικής κοινότητας με το κράτος και...
η αναγωγή του έθνους στο κράτος και στον εθνικισμό. Τα λάθη αυτά εμφυλοχωρούν στις περισσότερες εργασίες της τρέχουσας ελληνικής ιστοριογραφίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρούνται πλέον επιστημονικά δεδομένα. Πρόκειται όμως για θεμελιώδη σφάλματα, παράγωγα της απομάκρυνσης της τρέχουσας ιστοριογραφίας από τον ρεαλισμό και της πρόσδεσής της σε έναν ακραίο ιδεαλισμό, ο οποίος αποδίδει την πραγματικότητα στις ιδέες, οδηγείται δηλαδή στην πραγματικότητα μέσω a priori ιδεών.
Η ταύτιση έθνους και κράτους, και πολύ περισσότερο η αναγωγή του έθνους στο κράτος - κυρίως στον αγγλοσαξωνικό νεοθετικισμό των πολιτικών επιστημών - συνιστά μια κανονιστική εκτροπή της ιστοριογραφίας, εφόσον το πρωτείο περνάει από τις κοινωνικές σχέσεις στον νομικό κανόνα, το κράτος.
Πρόκειται για μια ιδέα που αναπαράγεται με πολιτικές χρήσεις των ιδεών της εποχής του Διαφωτισμού, εξαιτίας της αντικατάστασης του συνταγματικού κράτους στη Δύση από υπερεθνικές συσσωματώσεις, μια μορφή που συμβαδίζει με το αποδυναμωμένο εθνικά θεσμικό πλαίσιο των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών.
Το ελληνικό έθνος όμως δεν είναι μια πρόσφατα συγκροτημένη κοινότητα συνταγματικής μορφής, όπως είναι oι περισσότερες ευρωπαϊκές, ούτε προέκυψε σε συνάρτηση με το σύγχρονο αστικό κράτος. Ανήκει στην κατηγορία των ιστορικών εθνών, κατέχοντας ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του δυτικού κόσμου, ως το έθνος που συγκρότησε για πρώτη φορά δημοκρατική πολιτεία. Τη διάκριση μεταξύ ιστορικών και μη ιστορικών εθνών την βλέπουμε στο ιστορικο-φιλοσοφικό έργο του ευρωπαϊκού ιδεαλισμού κατά τον 19ο αιώνα, αλλά και στην κλασική μαρξιστική σκέψη, η οποία τοποθετεί το ελληνικό γένος στις απαρχές της ιστορικής περιόδου, όταν η ανθρωπότητα περνάει, από την οργάνωση κατά φυλές, στο κράτος:
«Βλέπουμε ότι στο ελληνικό καθεστώς της ηρωικής περιόδου είναι ακόμα ζωντανή η παλιά οργάνωση των γενών…Ένα μονάχα έλλειπε ακόμα: ένας θεσμός που θα εξασφάλιζε τα νεοαποκτημένα πλούτη των ατόμων…που θα διαιώνιζε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας…και αυτός ο θεσμός ήρθε. Εφευρέθηκε το κράτος»1.
Φυσικά, αυτή η διάκριση μεταξύ ιστορικών και μη ιστορικών εθνών, την οποία εισηγείται ο Χέγκελ αρχικά και υιοθετούν στη συνέχεια ο Ένγκελς και ο Μαρξ, αναφέρεται στην παραδειγματική για την ιστορία του δυτικού πολιτισμού πορεία του ελληνικού, του λατινικού, του γαλλικού, του αγγλικού και του γερμανικού έθνους, με κριτήριο κυρίως τη δημιουργία του κράτους, το οποίο είναι ασφαλώς μια εφεύρεση της αρχαιότητας - κυρίως της ελληνικής εάν μιλούμε για κράτος θεμελιωμένο σε δημοκρατικούς θεσμούς: «Η γέννηση του κράτους στους Αθηναίους είναι ένα παράδειγμα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό του σχηματισμού του κράτους γενικά», σημειώνει με έμφαση ο Ένγκελς.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν ταύτιζαν το κράτος με το αστικό κράτος, αλλά θεωρούσαν το αθηναϊκό κράτος ως τον θεσμό που ανοίγει την ιστορική περίοδο. Η ταύτιση του κράτους με το σύγχρονο αστικό κράτος είναι ένα σφάλμα που πηγάζει από την εμμονή της πολιτικής ιστορίας στα «γεγονότα», την προσήλωσή της στον βραχύ ιστορικό χρόνο, που παραγνωρίζει ότι το κράτος είναι θεμελιώδης κοινωνικός θεσμός, του οποίου η ιστορία πάει πολύ πίσω στον χρόνο.
Η διάκριση όμως μεταξύ ιστορικών και μη ιστορικών εθνών στα κλασικά μαρξιστικά κείμενα, η οποία εμπνέεται από τη φιλοσοφία της ιστορίας του Χέγκελ, εμπεριέχει αναγκαστικά τα κριτήρια της φυλής και του γένους, καθότι αυτά ακριβώς δίνουν τα ιδιαίτερα εθνικά χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει κανείς τρόπος να νοηθεί η έννοια έθνος έξω από κάθε φυλετικό κριτήριο, διότι στην περίπτωση αυτή θα ήμασταν αναγκασμένοι να ορίσουμε το έθνος όχι ρεαλιστικά, όχι με τους κανόνες της φυσικής ιστορικής παρατήρησης, αλλά υπερβατικά. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς όμως δεν ήταν υπερβατικοί φιλόσοφοι και όταν αναφέρονταν σε λαούς και έθνη εννοούσαν μια συγκεκριμένη ιστορικά εθνική κοινότητα με συγκεκριμένα φυλετικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, με συγκεκριμένη ταξική διάρθρωση. Διότι κοινωνία χωρίς καθόλου φυλετικά στοιχεία (τα οποία συντίθενται από τις ιδιαίτερες παραδόσεις κάθε λαού) δεν υπάρχει, παρά μόνον ως πλάσμα του κόσμου των ιδεών.
Δεν ήταν φυσικά δυνατόν να έχουν υιοθετήσει τέτοιου τύπου θετικιστικά ιδεολογήματα ο Μαρξ και ο Ένγκελς, οι οποίοι ήταν απολύτως προσηλωμένοι στον ρεαλισμό και τη μελέτη των υπαρκτών σχέσεων. Τα έθνη και οι λαοί προηγούνται της ιστορίας των κρατών και δίνουν το περιεχόμενο των κρατικών μορφών και όχι το αντίστροφο, όπως πιστεύει η τρέχουσα ιστοριογραφική μόδα στην Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, μιλώντας για την ελληνική περίπτωση, το είπε όσο πιο καθαρά και εμβληματικά γινόταν: «Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος διεξήγαγε τὸν ἱστορικὸν αὐτοῦ βίον κατὰ τρόπον ὅλως αὐτῷ ἰδιάζοντα». Έτσι ακριβώς το επανέλαβε προσφάτως και ο Ρουτζέρο Ρομάνο για την περίπτωση της Ιταλίας, δίνοντας προτεραιότητα στην ιστορία του λαού και της χώρας: «Τι πράγμα είναι λοιπόν αυτή η Ιστορία της Ιταλίας; Απαντώ ότι είναι μια απόπειρα γραφής…μιας εθνικής ιστορίας…η οποία επιζητεί να απαντήσει στα ακόλουθα ερωτήματα: Ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Είναι μια ιστορία αιμάσσουσα, σκληρή, αμείλικτη…υπάρχει ο καθημερινός αγώνας ενός λαού, ώστε να συνεχίσει να είναι εκείνος που είναι, με τις δικές του αρχές, την δική του σημασία, την δική του αίσθηση»2.
Αυτή η ιδιάζουσα ιστορικά φύση του ελληνικού έθνους δεν συνιστά κάποιο ειδικό ελληνικό προνόμιο, αλλά πηγάζει από την ίδια την ιστορική κίνηση και εμφανίζεται, εξίσου, ως ιδιομορφία και του κάθε ξεχωριστού έθνους.. Εάν δεν υπήρχε εθνική ιδιαιτερότητα δεν θα ετίθετο και ζήτημα ιστορικής συνάφειας και η ιστορία της ανθρωπότητας θα μπορούσε να μελετηθεί εξαρχής ως ένα ακίνητο όλον. Τα ξεχωριστά έθνη όμως, οι πολιτισμοί τους, θέτουν το ζήτημα της ιστορικής συνέχειας και της συνάφειας. Ο Λεβί – Στρως για την ανθρωπολογία και ο Μπρωντέλ για την ιστορία έχουν σχετικά πρόσφατα μιλήσει για το ζήτημα αυτό. Για τον Λεβί –Στρως, το ζήτημα της ιστορικής συνέχειας ενός υπαρκτού πολιτισμού δεν τίθεται καν, είναι αυτονόητο και πάνω ακριβώς σ’ αυτήν τη συνεκτικότητα συνδέεται άμεσα και η ανθρωπολογία με την ιστορία, ως έμμεση προσέγγιση «ψυχολογικών στάσεων και λογικών δομών, που ξεφεύγουν πάντα από τη συνείδηση αυτών που έγραφαν ή μιλούσαν»3. Και ο Μπρωντέλ συμπλήρωνε: «Δεν υπάρχει κοινωνία που η ιστορία της να έχει ναυαγήσει μια για πάντα»4.
Για την ελληνική περίπτωση, το κύμα των ελλήνων λογίων του Βυζαντίου που κατέκλυσε την Ευρώπη είναι γνωστό. Μέσα απ’ αυτό το κύμα αναβλύζει έντονα η ελληνική εθνική συνείδηση: «Όθεν δύνασθε Μεγαλειότατε…», λέει ο Ιανός Λάσκαρις στα 1525, προς τον γερμανό αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄, ως απεσταλμένος του Πάπα, στην προσπάθεια ανάληψης κοινής δράσης εναντίον των οθωμανών, «…να λάβητε υπ’ όψιν οπόσας υποχρεώσεις έχουσι πάντες προς το ελληνικόν έθνος…ήθελον ζητήσει παρ’υμών την απελευθέρωσιν της πατρίδος…»5.
Ίσως η ιστοριογραφία να ξαναδώσει πάλι ένα χέρι βοηθείας στον λαό και στη χώρα. Γιατί, όπως λέει και ο Ζακ Λε Γκοφ, η Ελλάδα του σήμερα φέρει τον ελληνισμό «της μακράς διάρκειας από την εποχή της αρχαιότητας».
Παραπομπές
1Friedrich Engels, L' origine de la famille, de la propriété privée et de l' État, Editions Sociales, Παρίσι 1952, σ. 87.
2Ρουτζέριο Ρομάνο, Πού οδεύει η ιστορία; Αναζητήσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, ΕΜΝΕ- ΜΝΗΜΩΝ, Αθήνα 1988, σ. 40.
3Claude Lévi- Strauss, Anthropologie structurale, Plon, Παρίσι 1958, σ. 31.
4F. Braudel, Μελέτες για την ιστορίαΕΜΝΕ- ΜΝΗΜΩΝ, Αθήνα 1987, σ. 35.
5Κωνσταντίνου Σάθα, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, Αθήνησι 1869, σ. 87-88.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου