Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Γιατί η Γερμανία πολεμάει τον Ντράγκι

Το «δόγμα» ποσοτικής χαλάρωσης του Μάριο Ντράγκι «πιάνει» πλέ­ον ευνοϊκά και την Ελ­λάδα, με τις τράπεζες να επωφελούνται μετά την απόφαση αγοράς από την ΕΚΤ ομολόγων EFSF, όμως φουντώνει ο πόλε­μος της Ευρωπαϊκής Κε­ντρικής Τράπεζας με τον Σόιμπλε...
sp2104soimbleΗ θετική επιρροή της από­φασης Ντράγκι με την τονωτική ένεση στις ελ­ληνικές τράπεζες είναι αδιαμφισβήτητη. Μπορεί, όμως, να αντιστραφεί το κλίμα αν αποτύχει η συνολική πολιτική του Ντράγκι με την ποσοτική χαλάρωση και τα χαμη­λά επιτόκια. Κι αν γυρίσει ο τροχός, τα πράγματα θα είναι δύσκολα.
Όπως έγραψε, άλλωστε, και το «Π» την περασμένη εβδομάδα, το 69,1% του ελληνικού χρέους τοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο. Βολικό στην παρούσα φάση, όμως δυσβάσταχτο αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εγκαταλείψει κάποια στιγμή την πολι­τική μηδενικών επιτοκίων. Διότι, εφό­σον δεν «κλειδωθεί» το επιτόκιο στα…
χαμηλά, θα μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα.
Πατήματα
Η κόντρα Ντράγκι – Σόιμπλε είναι πολυεπίπεδη. Ο υπουργός Οικονομι­κών της Γερμανίας βρίσκει συνεχώς πατήματα για να επιτίθεται στον ισχυ­ρό άντρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αμφισβητώντας διαρκώς τις πολιτικές του. Από την πανευρω­παϊκή εγγύηση των καταθέσεων μέχρι τη συνολική επεκτατική νομισματική πολιτική του Ντράγκι, που κατά τον Σόιμπλε «αποτελεί αιτία οικονομικών προβλημάτων και όχι τη λύση τους».
Είναι δεδομένο ότι η Γερμανία πε­ριμένει στη γωνία τον Ντράγκι, που παίζει το κεφάλι του στην περίπτωση αποτυχίας. Ο Σόιμπλε, άλλωστε, πριν από έναν χρόνο είχε ήδη κάνει ξεκά­θαρη τη θέση του: «Το περιβάλλον των επιτοκίων δανεισμού προκαλεί τεράστια προβλήματα στη Γερμανία… Οδηγεί σε λανθασμένη κατανομή πόρων με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται όταν σχηματίζονται φούσκες».
Ακριβώς εκεί βρίσκονται οι μεγα­λύτερες αντιστάσεις του Σόιμπλε. Στα χαμηλά επιτόκια του Ντράγκι, που αποσυντονίζουν τους Γερμανούς κα­ταθέτες, ένα από τα παραδοσιακά βα­ριά χαρτιά της οικονομικής σταθερό­τητας της χώρας.
Σε σχέση με Η ΠΑ και άλλες χώρες οι εταιρείες στη Γερμανία χρηματο­δοτούνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τραπεζικό δανεισμό και τα νοικοκυ­ριά διατηρούν το σημαντικότερο πο­σοστό του πλούτου τους σε μορφή τραπεζικών καταθέσεων. Συνεπώς οι εταιρείες στρέφονται λιγότερο συχνά στις αγορές για χρηματοδότηση, κάτι που φαίνεται από τον σχετικά μικρό αριθμό εισηγμένων εταιρειών και την, αναλογικά με το μέγεθος της γερμανι­κής οικονομίας, χαμηλή κεφαλαιο­ποίηση της αγοράς ομολόγων και με­τοχών στη χώρα.
Το ευρωπαϊκό πείραμα με τα πο­λύ χαμηλά επιτόκια προκαλεί αναπά­ντεχες αλλαγές στη βαθιά ριζωμέ­νη κουλτούρα αποταμίευσης των Γερμανών. Για δεκαετίες οι Γερμανοί «παρκάρανε» τον προσωπικό τους πλούτο στις τράπεζες με τη μορφή καταθέσεων, αποκομίζοντας κέρδη από τους τόκους, ενώ απέφευγαν άλ­λα πιο… ρισκαδόρικα προϊόντα (π.χ. μετοχές), όπως και την αγορά ακινή­των με το χρέος που τη συνοδεύει. Η συγκεκριμένη συνήθεια παγιώθηκε μετά το σοκ του υπερπληθωρισμού τη δεκαετία του 1920.
Οι Γερμανοί έχουν από τα υψηλό­τερα ποσοστά αποταμιεύσεων στον κόσμο. Ενδεικτικά, μόλις το 14% των Γερμανών επενδύουν σε μετοχές, συ­γκριτικά με το 23% των Βρετανών και το 56% των Αμερικανών. Όμως, τώρα τα διαρκώς χαμηλότατα επιτόκια, μέ­χρι μηδενισμού τους πια, αναγκάζουν τους Γερμανούς να στραφούν αλλού, πέραν των παραδοσιακών, αγαπη­μένων τραπεζικών καταθέσεων. Μά­λιστα, δεν είναι τυχαίο ότι οι δείκτες κατανάλωσης στη χώρα αρχίζουν να αυξάνονται, αφού με μηδενικό κέρ­δος στις καταθέσεις η αποταμίευση γίνεται… ντεμοντέ.
Η αγορά ακινήτων
Από τις πιο τρανταχτές αλλαγές, όμως, είναι η στροφή προς την αγορά κατοικίας. Ο όγκος των συναλλαγών στην αγορά οικιστικών ακινήτων στη Γερμανία, ενώ το 2008 ήταν 4,8 δισ. ευρώ, το 2015 εκτοξεύθηκε στα 23,5 δισ. Και υπάρχει εξήγηση…
Παραδοσιακά οι Γερμανοί προτι­μούσαν να ενοικιάζουν παρά να αγο­ράζουν. Σε αυτό συνέβαλλε η φιλική προς τον ενοικιαστή νομοθεσία, ο φό­βος των Γερμανών προς το χρέος και η αγάπη τους για τις καταθέσεις. Τώρα, όμως, τα μηδενικά επιτόκια κάνουν τις καταθέσεις «νεκρές» όσον αφορά την κερδοφορία τους, ενώ καθιστούν τον δανεισμό πολύ πιο ελκυστικό π.χ. για την αγορά σπιτιού λόγω χαμηλών επιτοκίων.
Τα βυθιζόμενα επιτόκια παρέσυ­ραν τα έσοδα από τόκους τα τελευ­ταία χρόνια, με την τάση να είναι διαρ­κώς πτωτική. Από την τελευταία ανά­λυση της DZ Ban k προκύπτει ότι «οι Γερμανοί έχουν χάσει συνολικά 343 δισ. ευρώ από τόκους σε αποταμιεύ­σεις τρεχούμενων λογαριασμών, χρε­ογράφων και ασφαλειών μεταξύ 2010 – 2016».
Σύ μφωνα με τον Andreas Dombret , μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Bundesbank, «τα επιχειρηματικά μοντέλα των γερμανικών τραπεζών είναι εξαιρετικά ευάλωτα στα χαμηλά επιτόκια επειδή η Γερμανία είναι μια χώρα με πολύ υψηλά ποσοστά κατα­θέσεων», αφού οι συνολικές καταθέ­σεις στη Γερμανία ανέρχονται σε 4,5 τρισ. ευρώ και οι αμιγώς τραπεζικές καταθέσεις σε 3,31 τρισ. ευρώ.
Το 2014 η Deutsche Skatbank στο κρατίδιο της Θουριγγίας χρέωσε με αρνητικό επιτόκιο τις καταθέσεις άνω των 500.000 ευρώ. Τεχνικά δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιες γερμανικές τράπεζες ζήτησαν από επιχειρήσεις να πληρώνουν για καταθέσεις, όμως ήταν η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο εφαρμόστηκε σε προσωπικούς λο­γαριασμούς. Προφανώς το κίνητρο είναι πλέον να κάνουν τους καταθέτες να στραφούν σε προϊόντα με περισ­σότερο ρίσκο, από τα οποία η τράπε­ζα θα βγάλει κέρδος πουλώντας τα. Ή, βέβαια, σε δανεισμό για αγορά κατοι­κίας.
Τον Μάρτιο του 2015 η Deutsche Bank έδινε επιτόκιο 0,1% για προθε­σμιακή κατάθεση ενός έτους. Μάλι­στα η ίδια τράπεζα πρόσφερε στους καταθέτες διαφορετικά επιτόκια σε διαφορετικές χώρες. Για παράδειγμα στην Ιταλία έδινε για τον ίδιο προθε­σμιακό λογαριασμό υψηλότερο επι­τόκιο 0,75%. Γι’ αυτό κορυφώνεται η κόντρα μεταξύ Σόιμπλε και Ντράγκι σχετικά με τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Για τη γερμανική κυβέρνη­ση τα έκτακτα μέτρα που λαμβάνει ο Ντράγκι είναι επιθετικά για τους κα­ταθέτες και δημιουργούν υπόβαθρο για φούσκα στα ακίνητα.
Πίσω από την κόντρα, τέλος, κρύ­βεται η μεγάλη ανησυχία του Βερολί­νου για τις επιπτώσεις και στα συντα­ξιοδοτικά προγράμματα. Η Άνγκελα Μέρκελ, μάλιστα, ανησυχεί τόσο, ώστε σχεδιάζει να συμπεριλάβει δέ­σμευση για πιο γενναιόδωρες συντά­ξεις στο βασικό κομμάτι της προεκλο­γικής της καμπάνιας για το 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου