Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Με αφορμή ένα βιβλίο, μια ανταπάντηση σε διάλογο -που αξίζει τον κόπο- με τον Γ. Τόλιο

Το αν στην κριτική μου απέναντι στο βιβλίο του δεν βρίσκει κανένα βάσιμο στοιχείο, είναι απόλυτο δικαίωμά του. Όπως δικαίωμά του να θεωρεί το βιβλίο του άριστο, ή λιγότερο. Πλήρες, ή ελλιπές...

η εικόνα προφίλ του Othon Koumarellasτου ΟΘΩΝΑ ΚΟΥΜΑΡΕΛΛΑ

Εύχομαι και ελπίζω, ήρεμα και χωρίς προκατάληψη, να ξαναδιαβάσει την κριτική μου και ενδεχομένως να αντιληφθεί, ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε πολλές ακόμη εκδόσεις του βιβλίου για να αποκτήσει αυτό τη μορφή και το περιεχόμενο που θάπρεπε και του αξίζει.

Ο Γιάννης Τόλιος, συγγραφέας του βιβλίου με θέμα «Μετάβαση στο Εθνικό Νόμισμα, Αφετηρία εξόδου από την κρίση», στο οποίο «τόλμησα» να ασκήσω βιβλιοκριτική έστειλε απαντητική του προς εμένα επιστολή, που δημοσιεύτηκε με τίτλο: «Αναγκαία απάντηση στα επικριτικά σχόλια του Όθωνα Κουμαρέλλα στο βιβλίο «Μετάβαση Εθνικό Νόμισμα»... 

Στην απάντησή του αυτή -ούτε λίγο, ούτε πολύ- με κατηγορεί για κακοπιστία, αμφισβητώντας τις προθέσεις μου, για να φτάσει να απαξιώσει τις θέσεις μου. Στην προσπάθεια αυτή υποβιβασμού και ακύρωσης της κριτικής απέναντι στις πολιτικές του θέσεις και απόψεις, αναφέρεται σε -υποτίθεται-επικριτικά δικά μου σχόλια. Όμως, αυτό που πράγματι υπήρξε ήταν... μια προσπάθεια αυστηρής μεν, αλλά εμπεριστατωμένης κριτικής. Μιας βιβλιοκριτικής με σκοπό την προώθηση του διαλόγου για φλέγοντα ζητήματα, ύψιστης σημασίας για την πατρίδα και το λαό μας.

Με τον κ. Γιάννη Τόλιο δεν γνωριζόμαστε, όπως κι ο ίδιος αναφέρει. Προφανώς δεν υπάρχει κάτι προσωπικό, ούτε υπήρξε η παραμικρή από την πλευρά μου διάθεση, για προσωπική αντιπαράθεση και αντιδικία. Φαντάζομαι, ότι το ίδιο ισχύει κι από την πλευρά του κ. Τόλιου. Ωστόσο ο διάλογος και η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται εκατέρωθεν, όσο «έντονα» κι αν γίνεται, ξεδιαλύνει θέσεις και προθέσεις για καίρια ζητήματα που απασχολούν όλους μας και αφορούν στην ίδια μας τη ζωή, γι’ αυτό θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο.

Κατά καιρούς έχω διαβάσει διάφορα άρθρα του, τα οποία -ανεξάρτητα εάν συμφωνούσα εν μέρει, ή στο σύνολό τους, ή διαφωνούσα- τα εύρισκα ενδιαφέροντα. Εξ άλλου μερικά απ’ αυτά έχουν «φιλοξενηθεί» σε μέσα ενημέρωσης του ΕΠΑΜ, όπως στο «ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ-ΕΠΑΜ». Έτσι, όταν....
κυκλοφόρησε το εν λόγω βιβλίο του, το διάβασα με πολύ ενδιαφέρον και με την ευχαρίστηση, ότι προστίθεται ακόμα ένα βιβλίο - «όπλο» στην «φαρέτρα» των υποστηρικτών της εθνικής απελευθέρωσης μέσω της καθιέρωσης εθνικού νομίσματος.

Βεβαίως, τα συμπεράσματα, που αποκόμισα μελετώντας το βιβλίο, δεν ήταν τα αναμενόμενα και γι’ αυτό προχώρησα στη βιβλιοκριτική που φαίνεται ότι στενοχώρησε τον κ. Τόλιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να αποφύγω να αναφερθώ κατ’ αρχή σε αυτό καθ’ αυτό το θετικό γεγονός της ύπαρξης ενός ακόμη βιβλίου, δια μέσου του οποίου μπορεί συνεχιστεί επί της ουσίας ο διάλογος για το εθνικό νόμισμα. Γιατί λοιπόν απορεί ο κ. Τόλιος για τη θετική αναφορά και διερωτάται τι από τα δύο συμβαίνει; Και τα δύο συμβαίνουν. Καλή η προσπάθεια και η συμβολή στο διάλογο (το ναι μεν), αλλά πενιχρό το αποτέλεσμα (το αλλά)! Τόσο απλά. Τα κείμενα είναι δημόσια και το βιβλίο κυκλοφορεί, αν μένει το «αλλά» την αιτία ας ψάξει να τη βρει αλλού και όχι στη δική μου «κακοπιστία» και κριτική.

Όσον αφορά στην κριτική προς δύο κατευθύνσεις στη «συσκευασία του ενός», καθώς αναφέρει, γιατί απορεί; Ο κ. Τόλιος δεν είναι ούτε τυχαίος, ούτε «ουδέτερος». Υπήρξε σημαίνον στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ και τώρα είναι από τα ηγετικά στελέχη της ΛΑΕ, ενώ πολλά από τα γραφόμενα από τον ίδιον στο βιβλίο που ασκώ τη βιβλιοκριτική τα έχουμε ξανακούσει από τους δύο αυτούς πολιτικούς φορείς, ή από άλλα στελέχη τους, αν και όχι τόσο αναλυτικά, αλλά σίγουρα σε επίπεδο «συνθηματολογίας».

Βεβαίως το βιβλίο έχει «ονοματεπώνυμο» και η βιβλιοκριτική αφορά σε αυτό. Ωστόσο ακριβώς επειδή ο κ. Τόλιος είναι σημαίνον ηγετικό στέλεχος της ΛΑΕ, και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό η κριτική στο βιβλίο του να μην αφορά και στη ΛΑΕ. Εκτός κι αν αυτό αποτελεί ομολογία ότι η ΛΑΕ δεν έχει θέσεις! Διότι όσο κι αν είναι «μετωπικό» σχήμα, τα θέματα που πραγματεύεται ο κ. Τόλιος στο βιβλίο του, όπως το χρέος, το νόμισμα, ή η Ε.Ε. είναι κυρίαρχα ζητήματα και όχι κάποια δευτερεύοντα, που χωρούν προσωπικές διαφοροποιήσεις. Αφού, όντως πέραν από μια αντίστοιχη συνθηματολογία, δεν έχουμε ακούσει κάποια επεξεργασμένη θέση από την πλευρά του συγκεκριμένου πολιτικού φορέα. Έτσι, θεώρησα, ότι το βιβλίο του κ. Τόλιου είναι η πρώτη ουσιαστική προσπάθεια να παρουσιαστούν επεξεργασμένες και αναλυτικά οι θέσεις του πολιτικού φορέα. Εάν δεν είναι, ζητώ συγνώμη, αλλά τότε τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Για τη ΛΑΕ, βεβαίως.

Φυσικά η απάντηση του κ. Τόλιου θα μπορούσε να απευθύνεται στο ΕΠΑΜ. Κανένα πρόβλημα. Δεν έκρυψα ποτέ την ιδιότητά μου, μολονότι η ευθύνη είναι αποκλειστικά προσωπική μου, αναφορικά με την πρωτοβουλία για την βιβλιοκριτική, το ύφος, τη φρασεολογία και γενικά του τρόπου που εκφράστηκαν οι απόψεις. Αλλά, προφανώς αυτές καθ' αυτές οι απόψεις δεν είναι μόνο δικές μου. Εμείς έχουμε ξεκάθαρες θέσεις για όλα αυτά τα ζητήματα και τις προβάλουμε δημόσια ευθέως και όχι μόνο τώρα, αλλά εδώ και έξι συναπτά χρόνια. Εάν όμως οι θέσεις που εκφράζω κατά καιρούς εγγράφως και με τη βιβλιοκριτική μου εν προκειμένω, δεν ήταν ταυτόχρονα και προσωπικές μου θέσεις και απόψεις του ΕΠΑΜ, να είναι σίγουρος ο κ. Τόλιος, ότι θα το δήλωνα ευθαρσώς εξ αρχής. Κι επειδή ο κ. Τόλιος φαίνεται να αμφισβητεί το μετωπικό χαρακτήρα του ΕΠΑΜ- ας μάθει ότι η συγκρότηση του έγινε όχι στη βάση διαφωνιών και έριδων περί του «φύλου των αγγέλων» και μιας συμφωνίας για κάποια μελλοντική δευτέρα παρουσία ενός σοσιαλιστικού «παραδείσου». Αλλά, -ξεπερνώντας παραδοσιακές λογικές και ιδεολογικούς πραγματικούς, ή όχι διαχωρισμούς- συγκροτήθηκε γύρω από το εθνικοαπελευθερωτικό πρόταγμα του ελληνικού λαού επί του πρακτέου σήμερα, με συγκεκριμένη στρατηγική στόχευση και σαφές, καθώς και επεξεργασμένο σε βάθος, σχέδιο επίτευξής της.

Αυτό το σχέδιο που, φαίνεται, ότι λείπει από άλλα σχήματα που διεκδικούν ρόλο στην πολιτική ζωή του τόπου και προς μια διαφορετική κατεύθυνση από αυτήν που ακολουθείται σήμερα. Μια καταστροφική και εξόχως προδοτική κατεύθυνση, που δυστυχώς ακολουθείται και από το «μητρικό» πολιτικό φορέα του κ. Τόλιου, του ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή, τον οποίο υπηρέτησε πιστά ακόμα και τον πρώτο καιρό της διακυβέρνησής του. Ενώ η ΛΑΕ δεν φαίνεται, ότι μπορεί να «απογαλακτιστεί» εύκολα από αυτόν, σε επίπεδο προγραμματικού λόγου τουλάχιστον -και αντιλήψεων. Γι’ αυτό και στα κείμενά τους -συμπεριλαμβανομένου του βιβλίου του κ. Τόλιου- υπάρχουν διατυπώσεις και θέσεις, που ενώ αποδείχθηκαν ανεδαφικές και εμείς τους ασκούσαμε (και προσωπικά εγώ) κριτική ήδη από το 2012, επαναλαμβάνονται συνεχώς, όπως πχ η θέση για το δημόσιο χρέος και τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του, ή εκείνη για την παραμονή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Φυσικά δεν γεννάται θέμα για τα δευτερεύοντα «τεχνικά» ζητήματα, όπως πχ η ισοτιμία του νομίσματος, που μπορούν, να εξακολουθούν, να είναι αντικείμενο διαλόγου, ανταλλαγής επιχειρημάτων και περαιτέρω διερεύνησης, αλλά οι τοποθετήσεις επ’ αυτών δείχνουν ως ένα βαθμό, επίσης, τη σε βάθος γνώση των θεμάτων.

Αν λοιπόν, ο κ. Τόλιος φαντάζεται, ότι δεν συμφωνούμε όλοι στο ΕΠΑΜ σε αυτά τα κεντρικά ζητήματα που αφορούν τη ζωή μας και το μέλλον της πατρίδας και του λαού και που αποτυπώνονται με κρυστάλλινη διαύγεια και χωρίς ήξεις αφίξεις, σε όλα τα κείμενά μας και τις παρεμβάσεις μας, πλανάται. Μπορεί ο καθένας από εμάς να προερχόμαστε είτε από την αριστερά, είτε από τη δεξιά, είτε από το παλιό ΠΑΣΟΚ, είτε από οπουδήποτε αλλού, αλλά διατηρώντας ο καθένας την ιδεολογία και τις πεποιθήσεις του, συμφωνούμε απόλυτα στα συγκεκριμένα. Τα οποία από κοινού επεξεργαζόμαστε και που είναι για την πατρίδα και το λαό τα απολύτως σημαντικά και κυρίαρχα. Κατά τη γνώμη μου, έτσι οικοδομούνται τα «μέτωπα» επί του συγκεκριμένου πρακτέου απέναντι σε υπαρκτές απειλές, κι όχι γενικά στη βάση μιας υποτιθέμενης ιδεολογικής συγγένειας, ή άλλων θεωρητικών εν πολλοίς «κατασκευασμάτων».

Ας δούμε όμως σημείο προς σημείο τις επτά (7) αιτιάσεις στην κριτική μου με τη σειρά και όπως τις αναφέρει ο κ. Τόλιος στην προσπάθεια απάντησής του σε αυτή τη βιβλιοκριτική.

Στο πρώτο σημείο με κατηγορεί για τη μονομέρεια στη θεώρησή μου περί του καθεστώτος κατοχής που έχει επιβληθεί στη χώρα και ότι από μεθοδολογική άποψη «όταν εξετάζουμε την κρίση, πρέπει να βλέπουμε στην ενότητα τους, τα «γενικά», τα «ειδικά» και τα «μοναδικά» χαρακτηριστικά της. Δηλαδή η σημερινή κρίση στην Ελλάδα είναι προϊόν τόσο των «γενικών» αιτίων της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος στη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του (οι οποίες εκδηλώνονται ποικιλόμορφα μεταξύ άλλων και με γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις), καθώς και των «ειδικότερων» αιτίων κρίσης της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» και δη της «ευρωζώνης» και τέλος της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού, με τις δικές του ιδιαίτερες ενδογενείς αιτίες και εκδηλώσεις». Τον ευχαριστώ για τις επισημάνσεις, αλλά θα ήταν προτιμότερο να μας πει τελικά και με ξεκάθαρο τρόπο: Τι σημαίνει «κρίση»; Είναι αυτό που μας συμβαίνει μεθόδευση μέσω της εφαρμογής απολύτως συνειδητών πολιτικών αποφάσεων με πολύ συγκεκριμένες στοχεύσεις; Ή προκύπτει από κάποιες «φυσικές» νομοτέλειες στην «κυκλικότητα» λειτουργίας του καπιταλισμού και των κρίσεών του; Και ποια είναι η -έτσι κι αλλιώς- πρακτική συνέπειά τους, εάν όχι η βάρβαρη ιμπεριαλιστική επέμβαση, εξάρτηση και εν τέλει κατοχή;

Τελικά, αυτό που βιώνουμε είναι ξένη επιβουλή και επικυριαρχία, με τη συνδρομή ντόπιων δωσίλογων, δηλαδή κατοχή, ναι ή όχι;

Αυτό όμως που προκύπτει τόσο από τα γραφόμενα στο βιβλίο, όσο και στην απάντηση του κ. Τόλιου στη δική μου κριτική είναι, ότι όχι, η χώρα δεν βρίσκεται υπό κατοχή, αλλά μαστίζεται τα τελευταία 7 χρόνια από «κρίση» με τα όποια γενικά, ειδικά ή και μοναδικά χαρακτηριστικά έχει. Δηλαδή, κάτι που ενδεχομένως μπορεί να είναι και προσωρινό, να περάσει και να «ευτυχίσουμε», αν πχ αλλάξουν κάποιοι συσχετισμοί εντός της ΕΕ.

Σε επίρρωση της άποψής του, περί δικού μου λάθους στην προσέγγιση και περί μονομέρειας στη θεώρησή μου, διερωτάται: «αν κάνουμε την υπόθεση ότι αν αύριο φύγουμε από την ευρωζώνη και την ΕΕ, σημαίνει τάχα ότι θα σταματήσουν οι κρίσεις στην Ελλάδα;», για να απαντήσει μόνος του: «Φυσικά όχι». Για να προσθέσει στη συνέχεια με «διδασκαλικό» ύφος: «Άλλωστε και οι χώρες που δεν είναι στην ΕΕ, ούτε στην ΟΝΕ, έχουν κρίση, μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης. Κατά συνέπεια η ανάλυση πρέπει να πηγαίνει στο βάθος και στο πλάτος των οικονομικών σχέσεων του συστήματος και όχι μόνο σε μια πτυχή του. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν επεξεργαζόμαστε την «πολιτική εξόδου» και ειδικότερα τον χαρακτήρα της εξόδου από την κρίση. Δηλ. σε όφελος ποιών κοινωνικών δυνάμεων θα είναι το πρόγραμμα εξόδου από την κρίση; Κι εδώ βλέπουμε τη σύγχυση που έχει ο Ο.Κ. στη θεώρηση του.!».

Κοντολογίς, «ράβδος εν γωνία, άρα βρέχει». Διότι που είδε ακριβώς, ότι εγώ ισχυρίστηκα ποτέ, ότι αν αύριο φύγουμε από το ευρώ και την ΕΕ θα σταματήσουν οι κρίσεις; Αφού, παντού και πάντα έχουμε διακηρύξει ότι η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η αφετηρία. Είναι συνθήκη ναι μεν αναγκαία, αλλά ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι είναι ικανή. Ωστόσο σήμερα αποτελεί το κυρίαρχο πρόταγμα. Η εθνική απελευθέρωση. Μετά όλα είναι ανοικτά, ακόμα και το πισωγύρισμα. Κι έχουμε εξηγήσει για το πως αυτό μπορεί να αποφευχθεί, με όρους δημοκρατίας.

Συνεπώς και φθάνοντας στο δεύτερο σημείο αιτιάσεων του κ. Τόλιου -κι επειδή κάποιοι θα σπεύσουν να διαπιστώσουν εύκολα «μα τα ίδια πράγματα λέτε»- δεν είναι έτσι. Διότι σήμερα η βασική διαίρεση είναι μεταξύ του καθεστώτος κατοχής και των δυνάμεων που το στηρίζουν, είτε ενεργητικά και άμεσα, είτε παθητικά και έμμεσα, ανεξαρτήτως δεξιού, ή αριστερού προσήμου, και από την άλλη των δημοκρατικών και πατριωτικών δυνάμεων που συσπειρώνονται, ή σε κάθε περίπτωση οφείλουν να συσπειρώνονται, γύρω ακριβώς από το εθνικοαπελευθερωτικό πρόταγμα. Και είναι προφανέστατο ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να συσπειρωθούν με βάση αυτό το κορυφαίο πρόταγμα. Αντίθετα, όσοι θέλουν να εθελοτυφλούν και να αγνοούν αυτή τη βασική διαίρεση (ή τη σημερινή κυρίαρχη αντίθεση), δηλαδή το ζήτημα της κατοχής και να εμμένουν στα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κρίσης, περιορίζουν την απεύθυνσή τους στα λιγοστά εξ αριστερών ακροατήρια. Νοθεύουν τις προτάσεις τους, είτε με ανεδαφικούς μαξιμαλισμούς συγχέοντας το συγκεκριμένο σήμερα εθνικοαπελευθερωτικό αίτημα με μεταγενέστερους -απόλυτα θεμιτούς, σύμφωνοι- οραματικούς στόχους, είτε προτείνοντας μεσοβέζικες ή και αντιφατικές μεταξύ τους λύσεις, αφού διαπιστώσουν αρνητικούς συσχετισμούς, για την επίτευξη αυτών των οραματικών στόχων. Αυτές τις αντιφάσεις, που βρίθει η ανάλυση του συγγραφέα προσπάθησα να αναδείξω και να στηλιτεύσω στη βιβλιοκριτική μου, συμβάλλοντας το κατά δύναμη στο ξεπέρασμά τους. Διότι κατά τη γνώμη μου, έτσι έχει νόημα ο διάλογος και βρίσκουμε άκρη, διαφορετικά, ας μένει ο καθένας στην αυτάρκειά του.

Τον ευχαριστώ όμως που μου υπενθυμίζει τον ύμνο του ΕΑΜ. Ωστόσο εγώ του απαντώ για το ΜΕΤΑ, ότι έχουμε σαφή την απάντηση. Η Δημοκρατία είναι αυτή. Σε όλες της τις εκφάνσεις. Για να μπορεί ο λαός ελεύθερα και ανεπηρέαστα να αποφασίζει για το δικό του μέλλον. Χωρίς «πατερούληδες» να σκέπτονται και να αποφασίζουν γι’ αυτόν πριν και χωρίς αυτόν! Το να μιλάει κανείς για εξασφάλιση «φιλολαϊκής-προοδευτικής εξόδου από την κρίση», όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται και την περιγράφει -όσο την περιγράφει- δεν σημαίνει και πολλά στη συγκυρία. Κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον.

Στο σημείο 3 των αιτιάσεων του απέναντι στην κριτική μου ο κ. Τόλιος απορεί για τον διαχωρισμό που γίνεται μεταξύ εθνικού νομίσματος και εθνικού κρατικού νομίσματος, για να αποφανθεί ειρωνευόμενος περί βραβείου Νόμπελ που θα μπορούσα να διεκδικήσω αν θα τεκμηρίωνα τη θέση μου! «Το εθνικόνόμισμα είναι ένα και μοναδικό και δεν χρειάζεται παραπέρα ανάλυση», γράφει (η έντονη γραφή δική μου) και συνεχίζει: «Αυτό που μπορεί να διαφέρει, από χώρα σε χώρα, είναι ο χαρακτήρας της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής πολιτικής, ανάλογα με τις ταξικές επιλογές που υπηρετεί μια κυβέρνηση».

Αγνοεί φαίνεται ο ίδιος, ή δεν τον ενδιαφέρει, τη συστηματική προσπάθεια που έχει ξεκινήσει και προωθείται από διάφορους κύκλους για μια μεσοβέζικη πλην καταστροφική λύση, που ήδη προπαγανδίζεται ως «επιστροφή στο εθνικό νόμισμα», ακόμη και από μερικούς -μέχρι μόλις χθες- φανατικούς υποστηρικτές του ευρώ, αλλά και από διάφορα άλλα ύποπτα κέντρα τύπου «analyst». Μια λύση που θα «βαπτιστεί» εθνικό νόμισμα, αλλά θα είναι, είτε με την μορφή ενός παράλληλου, ή διπλού, πχ IOU, σκριπτ, ή άλλης μορφής «μαλακού» δήθεν ευρώ, στο πλαίσιο μιας «λύσης» τύπου Σόιμπλε, ή έστω μιας υποτιμήσιμης δραχμής, πλήρως όμως ελεγχόμενης από το ευρωσύστημα, έστω και συγκεκαλυμένα. Γιατί λοιπόν ενοχλείται ο κ. Τόλιος από τον προσδιορισμό «κρατικό» που ξεκαθαρίζει τα πράγματα για το τι ακριβώς εννοούμε και δεν αφήνει περιθώρια για συγχύσεις και παρερμηνείες;

Όμως αφού είναι τόσο σίγουρος, θεωρώντας -ως φαίνεται από την αντίδρασή του- αντιεπιστημονικό τον προσδιορισμό «κρατικό», δεν θα του χαλάσω το χατίρι. Το ευρώ λοιπόν «είναι το εθνικό μας νόμισμα», όπως ακριβώς διαλαλούσε ο μέχρι πρόσφατα αρχηγός του, κ. Τσίπρας, σε ερώτηση δημοσιογράφου σε μεγάλο κανάλι, το 2014, μόλις λίγους μήνες πριν αναλάβει τη διακυβέρνηση του τόπου και ο κ. Τόλιος ουδέποτε αντέδρασε. Όπως ακόμα και σήμερα διαλαλούν όλοι οι ευρωλάτρες. Συνεπώς και αφού κατά τον κ. Τόλιο «αυτό που μπορεί να διαφέρει, από χώρα σε χώρα, είναι ο χαρακτήρας της νομισματικής, πιστωτικής και συναλλαγματικής πολιτικής, ανάλογα με τις ταξικές επιλογές που υπηρετεί μια κυβέρνηση», προς τι η αποχώρηση από την ευρωζώνη, αφού -σύμφωνα με αυτήν τη λογική- αρκεί τα ινία να αναλάβει μια φιλολαϊκή κυβέρνηση που θα ακολουθήσει διαφορετικές ταξικές πολιτικές;

Να γιατί η «παράδοξη» αυτή εμμονή κομμάτων και οργανώσεων της αριστεράς, του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου, αλλά και προσωπικοτήτων, ότι δεν έχει σημασία το νόμισμα. Είναι επάνω ακριβώς στην ίδια λογική που εκφράζει ο κ. Τόλιος, περί των ταξικών πολιτικών που υπηρετεί μια κυβέρνηση, με τη διαφορά, ότι ο τελευταίος, πηγαίνοντας ένα βήμα παρακάτω, αντιλαμβάνεται τη σημασία του νομίσματος στον καθορισμό αυτών των πολιτικών και ζητά την έξοδο από την ευρωζώνη.

Φοβάμαι όμως, ότι ο κ. Τόλιος φάσκει κατ’ αρχάς, όταν αρνείται τον προσδιορισμό «κρατικό» για το εθνικό νόμισμα. Θέλει να μην αξιολογεί -ενώ γνωρίζει- τον πρωτεύοντα ρόλο που παίζει ο «ιδιοκτήτης», δηλαδή αυτός που έχει το αποκλειστικό δικαίωμα και προνόμιο, να εκδίδει και να καθορίζει τους όρους κυκλοφορίας του νομίσματος. Και ποιος μπορεί να είναι αυτός; Μόνον το κράτος; Μπορεί να είναι ιδιώτης; Βεβαίως και μπορεί! Είτε εντόπιος, είτε ξένος. Ας ανατρέξει λίγο ο κ. Τόλιος στο «Ξένο Κεφάλαιο στην Ελλάδα» -εκδόσεις «ΑΓΡΑ» του Νίκου Μπελογιάννη και θα δει εκεί το πως λειτουργούσε το ιδιωτικό εθνικό νόμισμα. Έχοντας το αποκλειστικό προνόμιο της έκδοσής του νομίσματος η «εθνοτράπεζα» που ιδρύθηκε το 1841, η οποία απετέλεσε μαζί με την Ιονική, και στη συνέχεια με τον Συγγρό, όλη εκείνη την ταραγμένη περίοδο μετά την απελευθέρωση, τους βασικούς πιστωτές του κράτους. Αναγόμενη έτσι, η Εθνική Τράπεζα στο ρόλο του εθνικού τοκογλύφου και πως οι τότε κυβερνήσεις ήταν υποχείριά της.

Έγραφε χαρακτηριστικά ο Νίκος Μπελογιάννης: «Μικρό παιδί ακόμα, περιεργαζόμουν, θυμάμαι, με περιέργεια στα περίπτερα των εφημερίδων κάτι μεγάλες περίεργες λιθογραφίες, που διαφήμιζαν τα λαϊκά αστυνομικά μυθιστορήματα. Μια, λοιπόν, από δαύτες παράσταναι τον αρχισυμμορίτη Φαντομά, μαύρο, κατάμαυρο, μ’ ένα ματωμένο μαχαίρι στα χέρια του, σε μια σατανική στάση. Και πέρα, κάτω από τα πόδια του, ξαπλωνόταν το Παρίσι, σκλάβο στη θέληση και τις διαταγές του. Η εικόνα τούτη, δεν ξέρω γιατί, μας είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Και σήμερα, διαβάζοντας τη δράση της εθνοτράπεζας από την περίοδο εκείνη ίσαμε χτες, ξανάρθε αμέσως στο νου μου η εικόνα του Φαντομά και του Παρισιού και είμαι βέβαιος πως δεν έχω άδικο».

Ιδιωτικό ήταν λοιπόν το «εθνικό» νόμισμα, η δραχμή, που εξέδιδε κατά αποκλειστικότητα η «εθνοτράπεζα» - «φαντομάς» και το δάνειζε στο κράτος! Ή μήπως δεν υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα και σήμερα;

Ας δει επίσης (εξ άλλου ως «αριστερός» ο ίδιος, πρέπει αυτά να τα γνωρίζει πολύ καλύτερα από εμένα), τις θέσεις των Μάρξ και Ένγκελς στα Αιτήματα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας μπροστά στη δημοκρατική επανάσταση του 1848. «Μια κρατική τράπεζα, της οποίας το χαρτονόμισμα θα είναι νόμιμο χρήμα, θα αντικαταστήσει όλες τις ιδιωτικές τράπεζες. Το μέτρο αυτό θα επιτρέψει να ρυθμιστεί το πιστωτικό σύστημα προς το συμφέρον του λαού στο σύνολό του, και ως εκ τούτου θα υπονομεύσει την κυριαρχία των μεγιστάνων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Περαιτέρω, με τη σταδιακή υποκατάσταση του χρυσού και ασημένιου νομίσματος με χαρτονόμισμα, το καθολικό μέσο ανταλλαγής (αυτή η απαραίτητη προϋπόθεση του αστικού εμπορίου και των συναλλαγών) θα φθηνύνει, ενώ ο χρυσός και το ασήμι θα απελευθερωθεί για χρήση στο εξωτερικό εμπόριο. Τέλος, το μέτρο αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να συνδέσει τα συμφέροντα της συντηρητικής αστικής τάξης με τους σκοπούς της επανάστασης».

«Προφανώς (οι Μάρξ και Ένγκελς) δεν συμμερίζονταν την άποψη ότι το καπιταλιστικό Zollverein με το αντίστοιχο νόμισμα (Vereinsmünze) -που εκφράζονταν σε χρυσό και ασήμι- τότε είχε τις ίδιες επιπτώσεις για τις λαϊκές μάζες με την ενιαία και αδιαίρετη δημοκρατία, η οποία θα έπρεπε να διαθέτει το δικό της αποκλειστικό νόμισμα στο έδαφος του καπιταλισμού. Και μάλιστα έφταναν ως το σημείο να προσδοκούν το τράβηγμα ακόμη και της συντηρητικής αστικής τάξης στην επανάσταση. Τόσο οπορτουνιστές…». Όπως σημείωνε εύστοχα ο Δημήτρης Καζάκης αναλύοντας το ζήτημα του εθνικού κρατικού νομίσματος.

Ιδού λοιπόν η διαφορά μεταξύ του ιδιωτικού «εθνικού» νομίσματος και του «κρατικού» και προκύπτει από το ποιος έχει το εκδοτικό δικαίωμα, ιδιώτες, δηλαδή οι μεγιστάνες του χρηματοπιστωτικού τομέα κατά Μάρξ και Ένγκελς, ή το κράτος, που ενδεχομένως, ίσως, να λειτουργήσει υπέρ του λαού. Γι’ αυτό και το εθνικό κρατικό νόμισμα -σε αντιδιαστολή με το ιδιωτικό- είναι συνώνυμο της δημοκρατίας και πάντως απαραίτητη προϋπόθεσή της.

Στη συνέχεια όμως ο κ. Τόλιος αντιφάσκει, αφού προκρίνει την εθνικοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδας. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Επειδή ο ρόλος της Κεντρικής Τράπεζας είναι σημαντικός, μια λαϊκή κυβέρνηση πρέπει να την θέσει υπό τον έλεγχο της, τόσο από ιδιοκτησιακή, όσο και από την άποψη άσκησης οικονομικής πολιτικής». Δηλαδή συμμερίζεται πλήρως τη δική μας άποψη. Όμως σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από το ξαναδιάβασμα του βιβλίου -και το έκανα για να μην τυχόν τον έχω αδικήσει, να του ζητήσω συγνώμη του ανθρώπου- τη θέλει να λειτουργεί όπως παλιά την εποχή της δραχμής, ως «φορέας δανεισμού τελευταίας καταφυγής» του ελληνικού δημοσίου, το οποίο θα δανείζεται απ’ αυτή με ένα χαμηλό επιτόκιο. Ή μήπως δεν το γράφει και το έβγαλα από την κοιλιά μου; Αποτελεί αυτό αντίφαση με την αρχική θέση περί κρατικής Κεντρικής Τράπεζας;

Όμως το γράφει καθαρά και ξάστερα! Αυτό σημαίνει, ότι ο συγγραφέας αδυνατεί να απεμπλακεί από τη λογική του δάνειου χρήματος, όπως ακριβώς του είχα επισημάνει με την κριτική μου στην οποία προσπαθεί ανεπιτυχώς να απαντήσει και να γίνει τιμητής. Έτσι το ερώτημα που προκύπτει και επαναλαμβάνω κι εδώ είναι το εξής: Γιατί εάν με αγώνες ανατρέψουμε την κατοχή (που δεν την πιστεύει, αλλά τέλος πάντων), θα πρέπει να ακολουθήσουμε παλαιού τύπου αστικές -κατά βάση- πολιτικές και αντιλήψεις περί νομίσματος; Γιατί το ελληνικό δημόσιο -με το μέσω ενός νέου δημοκρατικού Συντάγματος κατοχυρωμένο το ρόλο του- ως φορέας υλοποίησης της λαϊκής κυριαρχίας δεν μπορεί να εκδίδει το δικό του νόμισμα; Γιατί χρειάζεται να διαμεσολαβεί κάποιος τραπεζίτης έξω από αυτόν τον υποκείμενο σε κάθε κοινωνικό έλεγχο φορέα; Γιατί αυτός ο τραπεζίτης -έστω υποκείμενος σε δημόσιο έλεγχο, ή ακόμα και τύποις κρατικός- να το εκδίδει αφ΄ εαυτού του και κατόπιν να το δανείζει έστω και με χαμηλό επιτόκιο στο δημόσιο, προκειμένου αυτό να ακολουθεί τις πολιτικές που επιθυμεί; Δηλαδή, περίπου στο ρόλο της «εθνοτράπεζας» - φαντομά, όπως τόσο παραστατικά περιέγραφε ο Νίκος Μπελογιάννης;

Δεν γνωρίζω αν και σε ποια έκδοση του βιβλίου του απαλείψει τις επίμαχες φράσεις που δημιουργούν συγχύσεις και δείχνουν τις αντιφάσεις στις σκέψεις του συγγραφέα που δεν θέλει κρατικό το νόμισμα, αλλά θέλει κρατική την τράπεζα της Ελλάδος. Που ναι μεν αυτή θα πρέπει να είναι κρατική, αλλά ταυτόχρονα και δανειστής του δημοσίου. Δηλαδή το κράτος να δανείζει τον εαυτό του με χαμηλό επιτόκιο. Μάλιστα! Όλα αυτά κατά πόσο ταιριάζουν μεταξύ τους και δείχνουν κατανόηση των ζητημάτων από προοδευτική σκοπιά, ας το κρίνουν οι αναγνώστες. Πάντως προσωπικά ούτε διεκδικώ, αλλά και ούτε και στο ΕΠΑΜ έχουμε τη δυνατότητα να δίδουμε βραβεία Νόμπελ οικονομίας. Προσωπικά όμως είμαι…. κακόπιστος, όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας του βιβλίου. Στην πράξη όμως άλλοι διεκδικούν το αλάθητο του πάπα και παρεξηγούνται όταν τους επισημαίνονται λάθη, ή τους υποβάλλονται ερωτήματα να διευκρινίσουν τι ακριβώς εννοούν.

Στο σημείο 4 της απάντησής του ο Γ.Τ. είναι αποκαλυπτικότατος σε σχέση με το πως θα βγούμε από το ευρώ. Γράφει συγκεκριμένα: «Να το πω πολύ σύντομα, σχεδόν επιγραμματικά, για να τελειώνουμε. Όλα όσα γράφονται για τον «οδικό χάρτη» της αποδέσμευσης από το ευρώ, από όλους τους αναλυτές μη εξαιρουμένου και του γράφοντα, είναι σε μεγάλο βαθμό υποθέσεις εργασίας, διότι στην πράξη θα προκύψουν σοβαρές τροποποιήσεις, με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης στιγμής της αποδέσμευσης».

Συνεπώς καλεί τον κόσμο να ακολουθήσει μια πορεία στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Αφού -κατά τη γνώμη- του όλα όσα γράφονται, ή λέγονται στηρίζονται σε υποθέσεις εργασίας. Πιο καλή υπηρεσία στους ευρωλάγνους και τους επικριτές της εξόδου από την ευρωένωση δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Αυτό μας λένε κι αυτοί. Ότι θα «πλεύσουμε» σε αχαρτογράφητα νερά, γι’ αυτό καλά θα κάνουμε να καθίσουμε στα αυγά μας, διαφορετικά μας περιμένει -για τους μεν σίγουρα, για τους δε δεν αποκλείεται- η καταστροφή.

Να γιατί όσοι είχαν τη δυνατότητα και βγήκαν να υπερασπιστούν δημόσια την υπόθεση του εθνικού νομίσματος, αντί να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα δημιούργησαν περισσότερες συγχύσεις και φόβισαν τον κόσμο. Ας μην απορούμε λοιπόν για το εκλογικό αποτέλεσμα του Σεπτέμβρη του 2015. Διότι για να υπερασπιστείς ένα τόσο κορυφαίο θέμα δεν αρκεί να το γνωρίζεις καλά, πρέπει κιόλας να το πιστεύεις ακράδαντα. Αν δεν το πιστεύεις τόσο, και διατηρείς μέσα σου αμφιβολίες, δεν πρόκειται ούτε καλά να το γνωρίσεις σε βάθος, ούτε ποτέ να το υπερασπιστείς με επιτυχία.

Συγχέει όμως ο Γ.Τ. -κι άλλοι πολλοί- τις ρηξικέλευθες πολιτικές αποφάσεις, όπως αυτές περιγράφονται. Πολιτικές αποφάσεις, που αφορούν στα επί μέρους βήματα της μετάβασης, οι οποίες οφείλουν να είναι από τώρα συγκεκριμένες και προετοιμασμένες για την υλοποίησή τους. Τις συγχέουν με την ευελιξία που πρέπει να υπάρχει οπωσδήποτε, σε χαμηλότερο, τεχνικό καθαρά επίπεδο, για να εξυπηρετηθούν αυτές οι κορυφαίες πολιτικές αποφάσεις σε δυσμενές περιβάλλον και σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Αλλά οι ξεκάθαρες θέσεις και οι στόχοι μετασχηματιζόμενες σε ρηξικέλευθες αποφάσεις αυτές είναι όπως τις διατυπώνουμε δημόσια, και καμία άλλη!

Όμως ο κ. Τόλιος στο σημείο αυτό προχωράει σε μια απρέπεια που δεν τον τιμά. Προκειμένου να πείσει ότι μπερδεύω τα πράγματα. με «χρεώνει» με θέσεις που δεν εξέφρασα, περί «κλειδώματος» της ισοτιμίας του νομίσματος. Που το είδε αυτό ακριβώς;

Στο άρθρο που ασκούσα κριτική στο βιβλίο του και ανεπιτυχώς προσπαθεί να απαντήσει, αναφέρω συγκεκριμένα σε σχέση με την ισοτιμία του νομίσματος: «….Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε, ότι το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι που ασχολούνται με το θέμα, είναι ότι εκλαμβάνουν το ζήτημα της ισοτιμίας και της ενδεχόμενης υποτίμησης του νομίσματος, ωσάν αυτό να προϋπάρχει.

Όμως στην περίπτωσή μας θα πρόκειται για ένα εντελώς καινούργιο εθνικό νόμισμα, το οποίο δεν κυκλοφορεί στις διεθνείς χρηματαγορές, ούτε δεσμεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο είτε προς το εσωτερικό, είτε προς το εξωτερικό.

Αυτό σημαίνει, ότι η ισοτιμία του δεν μπορεί παρά να καθοριστεί διοικητικά από την εκδότρια του νομίσματος αρχή, δηλαδή το ελληνικό δημόσιο, λαμβάνοντας υπ’ όψη μια σειρά παράγοντες και παραμέτρους -τις οποίες ως ένα βαθμό κι ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει- που θα την καθορίσουν τη στιγμή ακριβώς της για πρώτη φορά κυκλοφορίας του νέου νομίσματος και που σήμερα είναι εν πολλοίς άγνωστοι. Όποιος ομιλεί από σήμερα για την ενδεχόμενη ισοτιμία του νέου νομίσματος, ειλικρινά, ή συνειδητά παραπληροφορεί, ή δεν γνωρίζει περί τίνος ομιλεί.

Έτσι, αυτό που έχει σημασία και οφείλουμε να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή είναι η αγοραστική δύναμητων μισθών, των συντάξεων και εν γένει των εισοδημάτων και η εξέλιξή της προς όφελος της εθνικής οικονομίας και όχι μια τυπική ισοτιμία με βάση ένα νόμισμα αναφοράς και το πως από εκεί και πέρα το νέο νόμισμα θα διακυμαίνεται…..

….Τούτου δοθέντος και με βάση το γεγονός, ότι το νέο νόμισμα δεν θα έχει εισαχθεί στις διεθνείς χρηματαγορές για να υποθέσουμε, ότι μπορεί να δεχθεί υποτιμητική κερδοσκοπία, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχούμε.…..

….Έτσι, ακόμα και η προσπάθεια να προσδιοριστεί μια αρχική ισοτιμία του νέου νομίσματος με το ευρώ σε 1:1 -την οποία προτείνει και ο συγγραφέας- για να έλθει μετά να ρυθμιστεί χαμηλότερα ανάλογα με την κατάσταση της οικονομίας και των αγορών, αποδεικνύεται άστοχη στο βαθμό που καθόλου δεν γνωρίζουμε σήμερα, την κατάσταση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και τη θέση του ευρώ σ’ αυτές, τότε. Διότι δεν γνωρίζουμε ακόμη κι αν θα υφίσταται καν ως νόμισμα το ευρώ, ή εάν και άλλες χώρες πριν, ή και μετά από εμάς θα έχουν ακολουθήσει το δρόμο της εξόδου από την ευρωζώνη…..».

Που τα είδε αυτά περί «κλειδώματος»; Μήπως ο κ. Τόλιος στην κριτική που του ασκείται μπέρδεψε ο ίδιος διαφορετικά κείμενα και απαντά αλλού και σε άλλους κι όχι στη δική μου τοποθέτηση, όπως την μεταφέρω αυτούσια ανωτέρω;

Στη συνέχεια και στο σημείο 5 της απάντησής του, ο Γ.Τ. προσπαθεί να μου απαντήσει στην κριτική που του άσκησα για το κορυφαίο ζήτημα του χρέους. Φοβάμαι, ότι κάνει τα πράγματα χειρότερα.

Κατ’ αρχήν η κριτική μου δεν αφορούσε σε άλλο βιβλίο του, που με παραπέμπει, αλλά στο συγκεκριμένο. Κατόπιν ο Γ.Τ. μας λέει διάφορα, αλλά για την «ταμπακιέρα» τίποτα.

Τον ερωτώ πάλι λοιπόν να τοποθετηθεί καθαρά:

Θεωρεί το χρέος ληστρικό παράνομο, καταχρηστικό και προϊόν εκβιασμών και δόλιων μεθοδεύσεων, από την πλευρά των «θεσμών», όπως έχει αποδειχθεί από πολλές πλευρές, κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών και του δικαίου, ναι ή όχι;

Εάν όχι, είναι λογικό να προτείνει διαπραγματεύσεις.

Εάν ναι, τότε με ποιους και τι θα διαπραγματευτεί ακριβώς; Τη συριζαίικη…. «ρήτρα ανάπτυξης»; Ας είμαστε τουλάχιστον λίγο σοβαροί σε αυτά που λέμε και προτείνουμε στον κόσμο.

Φοβάται όμως, μήπως οι πιστωτές μας παραπέμψουν σε διεθνή δικαστήρια, διότι τότε αυτό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, μας πληροφορεί. Δηλαδή, όπως ακριβώς συνέβη με την Ισλανδία που την παρέπεμψαν και πάρα τους φόβους διαφόρων σαν τον κ. Τόλιο, φαντάζομαι,η Ισλανδία δικαιώθηκε.

Ισχυρίζεται, ότι προκειμένου να υπάρξει οριστική ρύθμιση του χρέους, αυτή θα προκύψει ως αποτέλεσμα συνομιλιών και μας ενημερώνει -διότι δεν γνωρίζουμε- ότι αυτές τις συνομιλίες τις λένε… διαπραγματεύσεις. Τον ευχαριστώ πολύ για την πληροφορία, αλλά εδώ αποκαλύπτεται πόσο πολύ πιστεύει σε αυτή τη «βαθιά διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους». Σε τόση διαγραφή, όση δεχθούν οι συνομιλητές του στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Αν δεχτούν έστω κι ένα σέντ! Τώρα εάν πιστεύει ο κ. Τόλιος, ότι θα αποδειχθεί πιο «σκληρός» και καλύτερος διαπραγματευτής από όλους τους προηγούμενους, που θα σύρει τους δανειστές να υποχωρήσουν σε «βαθιά» διαγραφή του χρέους, η πίστη του αυτή δεν μας πείθει.

Φυσικά -από την πλευρά μας- κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι θα… κηρύξουμε τον πόλεμο στον οποιοδήποτε. Ούτε ότι είναι εύκολο αυτό που προτείνουμε. Ας μη βγάζει συμπεράσματα από την κοιλία του. Χρειάζονται κότσια, γνώση και απόφαση, καθώς και σειρά πολιτικών, διπλωματικών και νομικών ενεργειών, οι οποίες οφείλουν να προετοιμάζονται από τώρα! Και προετοιμάζονται, ας μην ανησυχεί…..

Προφανώς συνομιλίες ποτέ δεν θα πάψουν να γίνονται. Ο σκοπός είναι να επιβάλλεις τη δική σου ατζέντα, σύμφωνα με το δίκαιο και τα συμφέροντά σου. Διότι είναι άλλο πράγμα να πας, θέτοντας όλους προ των ευθυνών τους, έχοντας από πριν με πράξεις κυριαρχίας δημιουργήσει τετελεσμένα, εμμένοντας και υποστηρίζοντας πολιτικά, διπλωματικά και νομικά μέχρι τελικής, ότι το χρέος είναι παράνομο και καταχρηστικό. Ότι δεν αναγνωρίζεται και το μόνο που συζητάς, είναι ο τρόπος επιστροφής χρημάτων που υφαρπάχτηκαν από τον ελληνικό λαό όλα αυτά τα χρόνια της ξένης επιβουλής και κατοχής και διεκδικώντας τις αποζημιώσεις εξ αιτίας της επιβολής της. Ενώ είναι εντελώς διαφορετικό, να πας ως φουκαράς, ξυπόλυτος στα αγκάθια, με μόνο επιχείρημα, ότι είσαι φιλολαϊκή κυβέρνηση, που δεν έχει να πληρώσει και ζητά διευκολύνσεις και χαρίσματα, λεονταρίζοντας στο εσωτερικό περί αιτήματος βαθιάς διαγραφής του χρέους!

Το ζήσαμε κι αυτό! Ή μήπως όχι; Ή άραγε είναι πολύ διαφορετικά αυτά που ο κ. Τόλιος ισχυρίζεται σήμερα, απ’ αυτά που έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν γίνει κυβέρνηση; Να δεχθούμε, ότι ο κ. Τόλιος είναι έντιμος και ο Τσίπρας με την παρέα του ήσαν ανέντιμοι. Αρκεί; Ή θεωρεί, ότι η κριτική που ασκούσε και τότε το ΕΠΑΜ στο ΣΥΡΙΖΑ γι’ αυτές τις θέσεις ήταν κακόπιστη, ή ήμασταν άραγε προφήτες; Ανάλυση κάναμε σε αυτά που ακούγαμε και διαβάζαμε, τα οποία δυστυχώς δεν διαφέρουν και πολύ απ’ αυτά που σήμερα μας λέει ο κ. Τόλιος για το χρέος.

Μας λέει, ότι οι δανειστές θα μας πάνε στα δικαστήρια και αυτό θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Όμως, πριν πάνε αυτοί στα όποια δικαστήρια, οφείλεις να έχεις προσφύγει εσύ πρώτος, καταγγέλλοντας εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, με βάση τις αλλεπάλληλες εκθέσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα κάτω από το καθεστώς των μνημονίων του ίδιου του ΟΗΕ, αλλά και του ψηφίσματος του ευρωκοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου του 2014, κτλ.

Κι επειδή αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά πόσο παράνομοι είναι, γι’ αυτό πέρα από τα τετελεσμένα προσπαθούν και εκβιάζουν κάθε φορά, να αποδεχτούμε, ότι τα «προγράμματα» δεν μας επιβάλλονται, αλλά είναι δική μας «ιδιοκτησία»! Ή μήπως του διαφεύγει αυτή η «λεπτομέρεια»;

Αυτή όμως είναι η διαφορά μεταξύ του γνήσιου πατριωτισμού και από την άλλη του λεβαντινοραγιαδισμού της ακροδεξιάς, που είναι ως φαίνεται τόσο μεταδοτικός τελευταία και στ’ αριστερά….

Κι ας μην το κουράζουμε άλλο. Το χρέος είναι παράνομο και είτε το διαγράφεις μονομερώς με τη διαδικασία που έχουμε προτείνει, είτε φοβούμενος τις επιπτώσεις, υποχωρείς και σέρνεσαι πίσω από τους επικυρίαρχους εκλιπαρώντας οίκτο και έλεος. Χορτάσαμε όμως τόσα χρόνια απ’ όλα αυτά τα «γλύφτικα», που μόνο σε λεβαντινοραγιαδισμό ταιριάζουν. Τόσο απλά!

Διότι εάν δεν είσαι αποφασισμένος να σπάσεις αυγά, ομελέτα δεν φτιάχνεις, απλά κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και τον κόσμο! Αν αυτό ο κ. Τόλιος αρνείται να το αντιληφθεί, είναι πρόβλημά του, αλλά είναι άδικο να προσπαθεί να βγει και από πάνω, πέραν του γεγονότος, ότι με τέτοιες απόψεις παρασύρει ένα κόσμο, που δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, σε νέα αδιέξοδα. Ας έχουν τουλάχιστον επίγνωση των ευθυνών τους, όσοι λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο.

Εάν από την άλλη ο κ. Τόλιος δεν πιστεύει ότι το χρέος είναι παράνομο στο σύνολό του; Δεκτόν, ως άποψη, αλλά να μας το πει ευθαρσώς και να μην κρύβεται πίσω από φληναφήματα περί διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους μέσω διαπραγματεύσεων. Αν και σε αυτήν την περίπτωση, οφείλει να μας πει, αν αμφισβητεί τα επίσημα νούμερα για το χρέος και την εξέλιξή τους, που παρουσίασα (grosso modo) μόλις πριν λίγο καιρό εδώ και που αποδεικνύεται ότι το χρέος έχει πληρωθεί ήδη διπλά και τρίδιπλα. Φαντάζομαι να μου επιτρέπει την παραπομπή, αφού ο ίδιος με παραπέμπει σε προγενέστερο βιβλίο του.

Για τις γερμανικές πολεμικές επανορθώσεις. Κύριε Τόλιο μας «δουλεύετε», λέγοντας ότι προσπαθούμε να κάνουμε κριτική τραβηγμένη από τα μαλλιά; Οι θέσεις σας για συμψηφισμό στο βιβλίο σας είναι πεντακάθαρη! Όποιος έκανε τον κόπο να το διαβάσει το γνωρίζει. Αλλά κι εδώ στην απάντησή σας τι μας λέτε; «…Απλά αναδεικνύει το πολιτικό ζήτημα, σαν στοιχείο άσκησης πίεσης στη Γερμανία η οποία επίμονα αρνείται κάθε ιδέα «κουρέματος» του χρέους». Αυτό δεν αποτελεί ακριβώς πρόθεση συμψηφισμού των γερμανικών επανορθώσεων με το «κούρεμα» του χρέους; Συνεπώς το μόνο μέλημά σας είναι να πείσετε τη Γερμανία να κουρέψει το χρέος; Και τα δίνετε όλα; Δηλαδή, για να το πούμε πιο απλά, εάν ασκώντας πολιτική πίεση, αύριο το πρωί η Γερμανία αποφασίσει, ότι την συμφέρει και δεχτεί να μας κουρέψει ένα μέρος του χρέους, με αυτή την αιτιολογία… πάπαλα η απαίτηση για τις επανορθώσεις; Πατσίσαμε; Θα τρελαθούμε εντελώς; Σκεφτείτε το λιγάκι, έστω για την… επόμενη επανέκδοση του βιβλίου σας, παρακαλώ.

Για τη «σεισάχθεια» των εσωτερικών χρεών. Με κατηγορεί για ρηχό λαϊκισμό. Πολύ ωραία. Ας μας πει όμως ο κ. Τόλιος εάν έχει ξεκαθαρίσει μέσα του και θέτοντας το «γενικότερο πλαίσιο», γνωρίζει σε τι αναφέρεται, διότι στην απάντηση του προς εμέ, κάνει τα πράγματα χειρότερα απ’ ό,τι στο βιβλίο του. Μιλάει για εξόφληση υποχρεώσεων από αυτούς που μπορούν και για «χαρίσματα» -διότι μόνο ως «χαρίσματα» μπορούν να εκληφθούν οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που αναφέρεται- σε αυτούς που αποδεδειγμένα δεν μπορούν, ή δεν έχουν.

Πως όμως δημιουργήθηκαν αυτές οι υποχρεώσεις; Είναι νόμιμες;

Το καθεστώς κατοχής παρήγαγε δίκαιο και υποχρεώσεις. Οφείλουμε έτσι κι αλλιώς να τις αποδεχόμαστε; Να τις ικανοποιούμε και μετά την κατάλυσή του; Άραγε, αυτό σας απασχολεί εκεί στη ΛΑΕ;

Ο κ. Τόλιος φαίνεται, να θεωρεί δεδομένη και αυτονόητη τη «συνέχεια» του κράτους. Ενώ το πρώτο πράγμα που απαιτείται πριν ακόμα και από την εξαγγελία για μετάβαση σε εθνικό νόμισμα, είναι η διακοπή αυτής της συνέχειας. Άλλη μια συνέπεια της άρνησής του να αναγνωρίσει, ότι βρισκόμαστε υπό καθεστώς ξένης κατοχής! Γι’ αυτό εξακολουθεί να μιλάει για «κρίση», που παράγει μάλιστα δίκαιο και υποχρεώσεις στους ανθρώπους. Κατά τα άλλα σε εμένα χρεώνει μεθοδολογικά λάθη. Ας είναι!

Ας μας πει όμως: Μια φιλολαϊκή κυβέρνηση, όπως αυτός την αντιλαμβάνεται, θα αναγνωρίσει ως νόμιμα χρέη και υποχρεώσεις, που δημιούργησαν οι καταχρηστικές και κατ΄ εξοχήν τοκογλυφικές πρακτικές των τραπεζών;

Ο ΕΝΦΙΑ είναι νόμιμος; Και θα πρέπει να πληρωθεί το χρέος, που σε πολλούς δημιούργησε, ως «πατριωτικό» καθήκον, όπως διακήρυττε η κ. Βαλαβάνη, σύντροφος του κ. Τόλιου, από τη θέση της υφυπουργού της κυβέρνησης Τσίπρα; Ας απαντήσει στον εαυτό του πρώτα, σε αυτά και τόσα άλλα….

Ωστόσο, ουδέποτε ισχυρίστηκε κάποιος να μην πληρωθούν υποχρεώσεις που νόμιμα προέκυψαν από αυτούς που μπορούν να ανταποκριθούν, ούτε κανείς επιδιώκει να «βγάλει λάδι» όσους μπορούν, αλλά δολίως αρνούνται να πληρώσουν -τα νόμιμα. Που τα βρήκε άραγε αυτά ο κ. Τόλιος στις δικές μας τοποθετήσεις και μας κατηγορεί για «λαϊκισμό»; Άλλο αυτό όμως και άλλο η άρνηση της βαρβαρότητας που το μνημονιακό - κατοχικό καθεστώς παρήγαγε και η αποκατάσταση της δικαιοσύνης, με διαγραφή όλων ανεξαιρέτως των βαρών που προέκυψαν από αυτή τη βαρβαρότητα,είτε κάποιος μπόρεσε να αντέξει αυτά τα βάρη, είτε όχι. Αλλά, όταν χάνει κάποιος την επαφή με την πραγματικότητα, άλλα λέει, επικαλούμενος υποκριτικά την -απολύτως υπαρκτή- δολιότητα ορισμένων. Έχουμε τον γνωστό Τζήμερο να μας τα «τσαμπουνάει» αυτά, δεν μας χρειάζεται δεύτερος και μάλιστα από τα αριστερά!

Επιπρόσθετα πρέπει να τονιστεί τούτο: Η «σεισάχθεια» δεν προτείνεται μόνον για λόγους ανακούφισης των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων, ούτε μόνο για λόγους αποκατάστασης της νομιμότητας και της δικαιοσύνης, αλλά και για καθαρά οικονομικούς λόγους. Διότι εάν μια δημοκρατική - πατριωτική κυβέρνηση που λέμε εμείς, ή μια φιλολαϊκή - προοδευτική, όπως την ορίζει ο κ. Τόλιος, προχωρήσει και δώσει εισόδημα στα νοικοκυριά, εάν αυτό το εισόδημα δεν φτάσει στην αγορά για τη δημιουργία ενεργού ζήτησης, δηλαδή τζίρου, οικονομικά θα έχουμε κάνει μια τρύπα στο νερό. Επειδή, εάν το εισόδημα αυτό επιστρέψει στις τράπεζες και στο δημόσιο με την αποπληρωμή μέρους των ληξιπρόθεσμων οφειλών και των δανείων, τότε δεν θα κάνουμε τίποτα στο ζήτημα της αναγκαίας ταχύρρυθμης ανάκαμψης της οικονομίας από τη βαθιά ύφεση που τη μαστίζει. Εδώ η «σεισάχθεια» οφείλει να πάρει τη μορφή γενικής οικονομικής αμνηστίας, για να υπάρξουν αποτελέσματα, με εξαίρεση βεβαίως τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και τα θαλασσοδάνεια.

Όποιος όλα τα παραπάνω δεν τα αντιλαμβάνεται, δεν τα λαμβάνει υπ’ όψη του, δεν τα πιστεύει, δεν τα επεξεργάζεται και παραμένει στην επιφάνεια, τότε δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συνθηματολογεί περί «σεισάχθειας», παπαγαλίζοντας μόνον τις θέσεις άλλων, προς άγραν αφελών ψηφοφόρων. Ενώ τονίζοντας, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, την υπαρκτή έτσι κι αλλιώς δολιότητα κάποιων να μην πληρώνουν, συμβάλλει -έστω άθελά του- στον κοινωνικό αυτοματισμό.

Για το μείζον ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο σημείο έξι (6) της απάντησής του ο κ. Τόλιος, προσπαθεί να αιτιολογήσει τη θέση του για δημοψήφισμα παραμονής ή όχι στην Ε.Ε., θεωρώντας ότι δεν είναι στην ουσία του ζήτημα «στρατηγικής» αλλά «τακτικής». Προχωρώντας μας ανακοινώνει ότι η έξοδος από το ευρώ είναι «αίτημα άμεσης πάλης», ενώ η έξοδος από την Ε.Ε. είναι κατά τον ίδιο «αίτημα ζύμωσης» δηλαδή πολιτικής ωρίμανσης. Και προσθέτει: «Οι όποιες παρεμβάσεις, εμπόδια και εκβιασμοί προκύψουν από τις εγχώριες και τις υπερεθνικές ελίτ, θα πρέπει μια αριστερή-αντιμνημονιακή κυβέρνηση να είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει αποφασιστικά. Γι αυτό η πρόταση για αποδέσμευση από την ΕΕ συνδέεται με τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, για να είναι πιο ισχυρό το μέτωπο ανατροπής.!» Κοντολογίς, ισχυρίζεται ότι εάν υπερασπιζόμαστε την αναγκαιότητα της εξόδου συνολικά από την Ε.Ε. και όχι μόνο από το ευρώ αδυνατίζουμε το ισχυρό μέτωπο ανατροπής. Επειδή το αίτημα της συνολικής εξόδου δεν έχει ωριμάσει ακόμη στον πληθυσμό. Προκειμένου μάλιστα να αποδείξει τον ισχυρισμό του, μας παραπέμπει σε πρόσφατη δημοσκόπηση. Φοβάμαι όμως, ότι η πολιτική δεν μπορεί να καθορίζεται από τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Αν μέσω αυτών διαπιστώνεται, ότι ένα σωστό και αναγκαίο «αίτημα», πρώτης προτεραιότητας, δεν έχει «ωριμάσει» στον κόσμο, τότε εντείνεις τις προσπάθειές σου, βελτιώνεις και εμβαθύνεις την επιχειρηματολογία σου, ώστε να επιταχύνεις αυτή την επιδιωκόμενη «ωρίμανση». Διότι τίποτε δεν ωριμάζει αφ’ εαυτού του στην πολιτική. Πολύ περισσότερο όταν ο ίδιος ο φορέας που υποστηρίζει υποτίθεται το «αίτημα», ουσιαστικά το παραμελεί, «νίπτει τας χείρας του», παραπέμποντας την επίλυση του ζητήματος σε ένα μελλοντικό δημοψήφισμα, μεταφέροντας τη δική του ευθύνη στον κόσμο.

Εκτός φυσικά αν κάποιος δεν πιστεύει στην ανάγκη. Δεν θεωρεί το επίμαχο ζήτημα απαραίτητο για να προωθήσει αποτελεσματικά την πολιτική που εξαγγέλλει. Και ακριβώς εδώ φαίνεται ότι βρίσκεται η διαφορά στις προσεγγίσεις. Ο Γ. Τόλιος κι όχι μόνο, είτε εκφράζοντας την προσωπική του άποψη, είτε ταυτόχρονα την μέχρι τώρα διαμορφωμένη θέση του πολιτικού φορέα που ανήκει -μας είναι αδιάφορο- φαίνεται να μη θεωρεί πρώτης προτεραιότητας την έξοδο από την Ε.Ε. και αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία του όλου εγχειρήματος. Μας εγκαλεί έμμεσα, λέγοντας ότι η προσέγγισή του «δεν είναι έκφραση καιροσκοπισμού, ούτε ταλαντεύσεων και δισταγμών, αλλά σωστής κατανόησης των ιστορικών εμπειριών της «στρατηγικής και τακτικής» των λαϊκών κινημάτων. Να τονίσουμε και πάλι, ότι ο στρατηγικός στόχος δεν είναι απλά και μόνο η έξοδος από την ευρωζώνη και την ΕΕ, αλλά η υπέρβαση του καπιταλισμού, η ριζοσπαστική αλλαγή του τρόπου παραγωγής, κατανομής και ανταλλαγής των αγαθών και διεύθυνσης της κοινωνίας, κάτι το οποίο μπορεί να μη βρίσκει σύμφωνο τον Ο.Κ., αλλά τι να κάνουμε.!!. Μάλιστα!

Σε αυτή λοιπόν την περίπτωση της «σωστής κατανόησης των ιστορικών εμπειριών της στρατηγικής και τακτικής των λαϊκών κινημάτων», από την πλευρά του, ας μας πει συγκεκριμένα:

Εάν βρεθεί στη θέση να παίρνει καίριες πολιτικές αποφάσεις στο πλαίσιο μιας «αριστερής-αντιμνημονιακής» κυβέρνησης, η οποία θα δρομολογήσει τα πρώτα βήματα εξόδου από την ευρωζώνη, θα σταματήσει να πληρώνει τα τοκοχρεολύσια του χρέους και θα καλέσει σε διαπραγμάτευση -καθώς λέει- τους δανειστές.
1. Πως θα αντιμετωπίσει τις συνθήκες της Ε.Ε., τα ευρωπαϊκά εξάμηνα, τα δίπτυχα, τα εξάπτυχα, το δημοσιονομικό σύμφωνο; Δεν θα χρειαστεί να τα παραβιάσει μονομερώς και μάλιστα κατάφορα;
2. Τι θα κάνει με τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας (ESM), άμεσα συνδεόμενος με το δημοσιονομικό σύμφωνο, με τον οποίο η χώρα έχει υπογράψει μνημόνιο (MoU) και είναι αυτός που μας δανείζει; Δεν θα αναγκαστεί να καταγγείλει το μνημόνιο; Με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσει τους άλλους θεσμούς της Ε.Ε. όπως την κομισιόν, το ίδιο το ευρωκοινοβούλιο, αλλά και τις κυβερνήσεις των άλλων χωρών, σε μια τέτοια περίπτωση άμεσης παραβίασης του δημοσιονομικού συμφώνου, που με τη σειρά του έχει να κάνει με τις συνθήκες λειτουργίας της Ε.Ε.;
3. Πως θα χειριστεί το θέμα των 4 ελευθεριών του Μάαστριχτ που αποτελούν πρωτογενές δίκαιο της Ε.Ε. και επιτάσσει απόλυτη ελευθερία στην κίνηση ανθρώπων, κεφαλαίων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών, όταν -προκειμένου να στηρίξει τη μετάβαση στο εθνικό νόμισμα- θα πρέπει να επιβάλλει αυστηρούς ελέγχους, τόσο στην κίνηση κεφαλαίων, όσο και στη διακίνηση των εμπορευμάτων, εφαρμόζοντας πολιτικές προστατευτισμού;
4. Τι θα κάνει με την ιστορία των κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών, πχ στον αγροτικό τομέα και την ΚΑΠ;
Θα συνεχίσει να συμμετέχει στην επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία;

Και τα ερωτήματα σε σχέση με την Ε.Ε. μπορούν να συνεχίζονται επ’ άπειρον.

Τι θα κάνει τελικά για όλα αυτά; Θα διαπραγματεύεται; Μέχρι πότε; Και τι θα έχει απομείνει όρθιο στη χώρα μέχρι να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση;

Ή μήπως μπροστά στα μεγάλα αδιέξοδα που θα του δημιουργηθούν, θα τρέχει τότε να προκηρύσσει δημοψηφίσματα; Με το λαό σε απόγνωση, να τον ψάχνει για να τον λιντσάρει; Ή μήπως ο ίδιος ο λαός θα είναι διατεθειμένος να φάει το ίδιο παραμύθι του Ιουλίου του 2015; Διότι ποιο θα είναι εκείνο το στοιχείο που θα τον κάνει να το εκλάβει διαφορετικά και να μην πάρει πέτρες εναντίον αυτών που θα του το προτείνουν;

Προφανώς, όποιος ισχυρίζεται παρόμοια, πρέπει να έχει μεγάλη άγνοια κινδύνου για να προτείνει, αυτά που προτείνει -πιστεύοντας ότι ερμηνεύει μόνον αυτός σωστά τις ιστορικές εμπειρίες-, για τόσο ζωτικής σημασίας για την ίδια την ύπαρξή μας ζητήματα. Επειδή, εάν δεν θέλει να φτάσει σε τέτοιο τραγικό σημείο, να μη βρίσκει πέτρα να κρυφτεί από κάτω, θα πρέπει εξ αρχής, από την πρώτη στιγμή, να αποκτήσει πλήρη ελευθερία κινήσεων σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, άρα να προχωρήσει σε αποχώρηση, έχοντας προετοιμαστεί κατάλληλα γι’ αυτήν. Όσον αφορά στους ευνοϊκούς συσχετισμούς στο λαό θα πρέπει να έχει φροντίσει από πριν, δηλαδή από τώρα, λέγοντας νέτη-σκέτη την αλήθεια!

Συνεπώς ένας και μοναδικός τρόπος υπάρχει μαζί με την άρνηση της νομιμότητας του χρέους και της παύσης αποπληρωμής του. Από την πρώτη στιγμή μονομερής προσφυγή στο άρθρο 50 της συνθήκης της Λισαβώνας που θα μας απελευθερώσει, να εφαρμόσουμε άμεσα τις ενδεδειγμένες (και σχεδιασμένες από πριν) πολιτικές, ενώ η έξοδος από την ευρωζώνη θα προκύψει αυτόματα. Διαφορετικά ας καθίσει «στ’ αυγά του». Μέσος δρόμος δεν υπάρχει!

Φυσικά θα ακολουθήσουν διαπραγματεύσεις και συνομιλίες, τόσο με τα όργανα της Ένωσης, όσο και με τις επί μέρους χώρες. Αλλά τότε η χώρα θα μιλάει ισότιμα και από θέση ισχύος, που διαφορετικά δεν θα έχει. Ενώ ταυτόχρονα θα προχωράει στο εσωτερικό απρόσκοπτα όλα τα ζητήματα της μετάβασης, χωρίς κανέναν να μπορεί να την εμποδίσει.

Θα ήταν πολύ χρήσιμο να ακούσουμε, ή να διαβάσουμε τις απαντήσεις του κ. Τόλιου επί όλων αυτών των κρίσιμων και απολύτως συγκεκριμένων ζητημάτων αναφορικά με τις σχέσεις μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους χειρισμούς που προτείνει.

Μέχρι τότε όμως, οφείλουμε να επισημάνουμε, ότι από αυτά που μέχρι τώρα ακούμε και διαβάζουμε, τόσο η στρατηγική, όσο και η τακτική του -αν υπάρχουν και δεν είναι απλά συνθηματολογία για να περνάει η ώρα ευχάριστα, συζητώντας για μεγαλεπίβολους στόχους και οράματα υπέρβασης του καπιταλισμού-, ορίζονται με το κλασσικό «βλέποντας και κάνοντας». Όσες υποθέσεις κι αν κάνει, όσα σενάρια κι αν φαντάζεται, όση θεωρία περί άμεσης πάλης, ωρίμανσης, ζύμωσης και τα λοιπά «ξύλινα» και βαρετά, κι αν επενδύει επάνω τους. Δυστυχώς όμως, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, το «βλέποντας και κάνοντας» μόνο στον γκρεμό οδηγεί και πουθενά αλλού!

Χρειάζεται ολοκληρωμένο σχέδιο -όπως το ΕΠΑΜ έχει και προτείνει- επεξεργασμένο από πριν σε βάθος και φυσικά συστηματική παρακολούθηση και προσαρμογή του σε κάθε αλλαγή των συνθηκών, για να μπορέσει κανείς να προχωρήσει μπροστά διατηρώντας πάντα την πρωτοβουλία των κινήσεων, προκειμένου να έχει τις πιθανότητες επιτυχίας με το μέρος του. Το 2011 είχαμε αυτή τη συζήτηση για το αν θα ήταν δυνατό να βγούμε από την ευρωζώνη παραμένοντας στην Ε.Ε. κι ενδεχομένως τότε ακόμη να μπορούσαμε, αν και προσωπικά αμφιβάλλω. Πέρασαν έξι χρόνια και πλέον τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά και επί τα χείρω. Φοβάμαι, ότι ο κ. Τόλιος βρίσκεται ακόμη σε εκείνη την εποχή. Την εποχή του ΣΥΡΙΖΑ, που κοκορεύονταν, παριστάνοντας τον αντιμνημονιακό, σαρώνοντας κάθε διαφορετική φωνή. Οι εποχές όμως άλλαξαν, οφείλει να αλλάξει και ο ίδιος. Ας επιταχύνει λοιπόν. Μπορεί και να μας φτάσει.

Αγαπητέ κ. Τόλιο, το ζήτημα δεν είναι εάν συμφωνώ προσωπικά με την «υπέρβαση του καπιταλισμού, τη ριζοσπαστική αλλαγή του τρόπου παραγωγής, κατανομής και ανταλλαγής των αγαθών και διεύθυνσης της κοινωνίας», ή όχι, καθώς λέτε, βγάζοντας εύκολα συμπεράσματα. Ωστόσο αυτό δεν θα το αποφασίσω ούτε εγώ, ούτε εσείς. Το ζήτημα είναι το πως ο λαός θα απελευθερωθεί, θα αποκτήσει την αυτοδιάθεσή του και θα ανακουφιστεί από τα βάρη, για να μπορεί να αποφασίζει ανεπηρέαστα κι ελεύθερα ο ίδιος το μέλλον του. Τούτο γαρ εστί λαοκρατία! Ή μήπως όχι; Συνεπώςη ανάγκη των καιρών είναι προφανής, για όσους τουλάχιστον δεν εθελοτυφλούν.

Τέλος για το σημείο 7 της απάντησης του κ. Τόλιου δεν έχω να πω πολλά. Το αν στην κριτική μου απέναντι στο βιβλίο του δεν βρίσκει κανένα βάσιμο στοιχείο, είναι απόλυτο δικαίωμά του. Όπως δικαίωμά του να θεωρεί το βιβλίο του άριστο, ή λιγότερο. Πλήρες, ή ελλιπές. Πάντως ο κ. Τόλιος δεν πρέπει να έχει παράπονο για τη διαφήμιση που γίνεται στο βιβλίο του μέσω αυτού του διαλόγου.

Είναι θετικό όμως και χαιρετίζω το γεγονός, ότι και ο ίδιος κατανόησε το λάθος του περί της σήμανσης των χαρτονομισμάτων και το διόρθωσε σε μεταγενέστερη έκδοση. Εύχομαι και ελπίζω, ήρεμα και χωρίς προκατάληψη, να ξαναδιαβάσει την κριτική μου και ενδεχομένως να αντιληφθεί, ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε πολλές ακόμη εκδόσεις του βιβλίου για να αποκτήσει αυτό τη μορφή και το περιεχόμενο που θάπρεπε και του αξίζει....
*Ο Όθωνας Κουμαρέλλας είναι αρχιτέκτονας και μέλος της ΠΓ του ΕΠΑΜ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου